Για να αντικρούσει ο Γαλιλαίος την Αριστοτελική άποψη ότι το
βαρύτερο σώμα πέφτει - σε μια ελεύθερη πτώση - ταχύτερα από
ένα ελαφρύτερο, επινόησε το νοητικό πείραμα που περιγράφεται
παρακάτω. Στην περιγραφή με τον όρο «ταχύτητα» εννοείται η
μέση τιμή της από το ίδιο ύψος πτώσης, μιας και στην
Αριστοτελική φυσική δεν είχε διαμορφωθεί η έννοια της
επιτάχυνσης.
Θεωρούμε δύο σφαίρες η μια από κανόνι και η άλλη από μουσκέτο
(εμπροστόγεμο τουφέκι). Την σφαίρα του κανονιού θα τη λέμε Β
(βαρύτερη) και την άλλη Ε (ελαφρύτερη).
Αν οι σφαίρες αφεθούν να πέσουν από κάποιο πύργο, σύμφωνα με
την Αριστοτελική άποψη με μεγαλύτερη «ταχύτητα» θα πέσει η Β.
Οι σφαίρες δένονται με σχοινί και το σύστημα αφήνεται να πέσει
από κάποιο ύψος.
Επειδή η Ε πέφτει με μικρότερη «ταχύτητα» από την Β (δεχόμενοι
την Αριστοτελική άποψη), πρέπει η Ε να ασκεί στη Β κάποια
δράση και το σύστημα Β+Ε να έχει μικρότερη «ταχύτητα» από αυτή
που έχει η Β όταν πέφτει μόνη της. Από την άλλη μεριά όμως το
σύστημα Β+Ε είναι βαρύτερο από τη σφαίρα Β, άρα θα πρέπει να
πέφτει με μεγαλύτερη «ταχύτητα» από αυτή.
Πρόκειται
συνεπώς για μια αντίφαση, η οποία αίρεται μόνο αν δεχτούμε
ότι:
ταχύτητα Ε = ταχύτητα Β = ταχύτητα (Β+Ε)
Συνεπώς, όλα τα σώματα που εκτελούν ελεύθερη
πτώση πέφτουν προς το έδαφος με την ίδια «ταχύτητα».