«Το βασιλικό σκυλάκι»
Λαικό παραμύθι
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε τρία βασιλόπουλα. Mια Κυριακή πρωί
ξεκίνησαν να πάνε για κυνήγι. Πήρανε δρόμο μακρύ iσαμε τρεις
ώρες. ‘Οταν πια φτάσανε στο δάσος συνάντησαν τρία μονοπάτια.
Συνεννοήθηκαν να πάρει ο καθένας από ένα και να ξανασυναντηθούν
στο ίδιο μέρος κατά το σούρουπο.
Ο ένας σκότωσε πολλά πουλιά. Ο άλλος λαγούς και πέρδικες. Ο
τρίτος δεν ηύρε τίποτα. Έμεινε ως τη νύχτα στο βουνό κι
απελπισμένος πήρε κάποτε τον δρόμο για να φύγει. Εκεί που
πήγαινε τ’ απάντηξε ένα μικρό σκυλάκι. Είχε σκοτεινιάσει και το
βασιλόπουλο δεν καλοέβλεπε. Γύρισε το τουφέκι του να το
σκοτώσει.
-Μη με σκοτώσεις, του λέει, κι είμαι σκυλάκι σαν το σκυλάκι σου.
Σκυλάκι είσαι ή σφανταχτό; Το ρώτηξε σαστισμένος. Μα κείνο του
‘πε πάλι τα ίδια. Του ‘κανε μετάνοια, του φίλησε το χέρι.
Εκείνος τότε το πήρε με χαρά στην αγκαλιά του και τράβηξε για
την πολιτεία του. Βρήκε τους συντρόφους του στο κανονισμένο
μέρος. Το σκυλάκι τους χαιρέτηξε με μια αστεία υπόκλιση.
-Καλησπέρα σας!
Τα βασιλόπουλα έμειναν αποσβολωμένα να το κοιτούν. Άμα συνήλθαν
πήραν τον δρόμο τους. Άχνα μέχρι να φτάσουν στο παλάτι. Αλλά κι
εκεί να δείτε σάστισμα. Όλοι κοιτούσαν το σκυλάκι που μιλάει και
σταυροκοπιόνταν. Σιγά-σιγά όμως, άρχιζαν να το συνηθίζουν. Το
βασιλόπουλο το ‘χε στην αγκαλιά του μέρα νύχτα. Κάποια φορά
όμως, έφυγε μοναχός του για ένα γάμο. Το σκυλάκι έμεινε στην
καμαρά του να τον ανημένει. Όταν κατάλαβε να ‘χει ησυχάσει όλο
το παλάτι, πάει κοντά στο παραθύρι. Βγάζει μια τρίχα από το σώμα
του και την καίει. Φτάνει τότε η μάνα του σε μια ολόχρυση άμαξα
με δύο άλογα φτερωτά. Του κρατούσε μία φανταχτερή φορεσιά, τον
ουρανό με τα άστρα. Βάζει το σκυλάκι τη φορεσιά και γίνεται μια
πανέμορφη κοπέλα. Μπαίνουν τότε στην άμαξα και πάνε εκεί που
γινόταν ο γάμος. Μόλις εμφανίστηκαν, το βασιλόπουλο διέταξε να
κάνουν χώρο για να περάσουν. Βοήθησε την κοπελιά να κατεβεί από
την άμαξα. Ήταν θαμπωμένος από την ομορφιά της. Της πρόσφερε το
μαντήλι του και την πήρε στο χορό. Χορεύανε ώρα πολλή, δίχως να
μιλούν. Ξαφνικά η κοπελιά αρπάζει το μαντήλι του βασιλόπουλου
και τρέχει προς την άμαξά της.
Τρέχει ξωπίσω της το βασιλόπουλο, μα που να την προλάβει! Φτερά
είχε στα πόδια της! Διατάζει τον κόσμο να σταματήσει την
ολόχρυση άμαξα.
Μα η κοπελιά, το σκυλάκι δηλαδή, χαμογελούσε γλυκά στους
ανθρώπους και τους πετούσε από το τσαντάκι της χρυσά φλουριά.
Πέσανε αυτοί πάνω στα φλουριά. Καθένας κοίταζε να μαζέψει για
την πάρτη του όσα περισσότερα μπορούσε. Πού να προλάβουν έτσι
την άμαξα!
Γρήγορα μάνα και κόρη φτάσανε στο παλάτι. Η πεντάμορφη κοπέλα
μπήκε στην προβιά και ξανάγινε σκυλάκι. Η μητέρα της πήρε την
άμαξα κι εξαφανίστηκε.
Αργά το βράδυ γύρισε και το βασιλόπουλο καταπικραμένο, αμίλητο.
Οι δούλες πήρανε το σκυλάκι και του ανιστορούσαν τι έγινε.
-Πού να ‘σουν να δεις μιαν άμαξα ολόχρυση με μια ωραία
κοπέλα!
Το βασιλόπουλο τη χόρεψε, μα κείνη του άρπαξε το μαντήλι
κι έφυγε από τον χορό. Διέταξε να την πιάσουνε μα η πεντάμορφη
πετούσε φλουριά κι ο κόσμος τα μάζωνε. Πήραμε κι εμείς από
τέσσερα!
Κι εκείνο τους έλεγε:
- Πού να ‘μουν εγώ, που ο κόσμος θα με πατούσε;
Την άλλη Κυριακή γινότανε μιαν αρραβώνα και το παλάτι ήταν πάλι
καλεσμένο. Μόλις εφύγανε όλοι , το σκυλάκι βγάζει πάλι μια τρίχα
και την τσικνώνει. Φτάνει τότε η μάνα του με την ολόχρυση άμαξα.
Του κρατούσε μια χρυσοκέντητη φορεσιά με τη θάλασσα και τα
ψάρια. Βγαίνει το σκυλάκι από την προβιά του, βάζει τη φορεσιά
του, γίνεται η πεντάμορφη κοπέλα και ξεκινάνε για τον αρραβώνα.
Όταν το βασιλόπουλο την είδε να φτάνει, διέταξε να της κάνουν
τόπο να περάσει. Το πρόσωπό του έλαμπε από χαρά πού την
ξανάβλεπε. Της πρόσφερε το χέρι του και σύρανε μαζί το χορό.
Εκεί που χορεύανε χαρούμενοι και ξέγνοιαστοι η κοπελιά ξεγέλασε
το βασιλόπουλο και του πήρε το κομπολόι . Τρέχει γρήγορα στην
άμαξά της, τρέχει και αυτός ξωπίσω της. Διατάζει να την πιάσουνε
αλλά πού. Όλοι κοιτούσαν πώς και πώς να μαζέψουνε πάλι τα
φλουριά που τους πετούσε η πεντάμορφη. Γυρίζει αυτή στο παλάτι ,
και ξαναγίνεται σκυλάκι. Γυρίζει και το παλικάρι απογοητευμένο.
Οι δούλες με τη σειρά τους ανιστορούσαν στο σκυλάκι ό,τι είδανε
και πώς πήρανε φλουριά και φύγανε.
Την άλλη Κυριακή πάλι τα ίδια. Πάει το βασιλόπουλο σε μια
βάφτιση, πάει και το σκυλάκι σαν πεντάμορφη κοπέλα. Αυτή τη φορά
η φορεσιά της είχε τον κάμπο με όλα του τα λουλούδια. Την είδε
πάλι το βασιλόπουλο και αρχίσανε το χορό. Την κρατούσε σφιχτά
για να μην τη χάσει για τρίτη φορά, μα εκείνη πάλι έκανε το δικό
της. Εκεί που χορεύανε του πήρε το δαχτυλίδι κι εξαφανίστηκε. Τα
φλουριά άλλη μία φορά ξεγέλασαν τον κόσμο. Το βασιλόπουλο
αρρώστησε από τη λύπη του. Νύχτα μέρα στο κρεβάτι του
απαρηγόρητος. Εφώναξε η μάνα του γιατρούς μα πού να βρούνε την
αρρώστια του. Είπανε τέλος πάντων να αλλάξει τον αέρα του, να
περάσει θάλασσα μακρινή, μήπως και τον συνεφέρει το ταξίδι.
Διέταξε η βασίλισσα να του κάνουνε γλυκίσματα. Εκάλεσε 10
κορίτσια να ζυμώσουνε κουλούρια. Το σκυλάκι γύρεψε τότε ζύμη κι
έκανε και αυτό τρία. Στο ένα έβαλε το μαντήλι, στο άλλο το
κομπολόι και στο άλλο το δαχτυλίδι. Όταν τελείωσαν οι
ετοιμασίες, το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το ταξίδι του. Στο πλοίο
έβγαλε τα κουλούρια του κι άρχισε να τρώει. Σάστισε σαν βρήκε το
μαντήλι, το κομπολόι και το δαχτυλίδι του. Διέταξε τον καπετάνιο
να αλλάξει την πορεία του, να γυρίσουν χωρίς αργοπορία πίσω. Η
μάνα του δεν πίστευε στα μάτια της όταν τον είδε την ίδια μέρα
πίσω στο παλάτι.
Μα εκείνος δεν είχε καιρό για εξηγήσεις. Το μόνο που ήθελε ήταν
να μάθει ποιος έκανε τα κουλούρια. Η βασίλισσα του είπε πως τα
έκανε το σκυλάκι Βρίσκει το βασιλόπουλο το χαϊδεμένο του σκυλάκι
κι από τον θυμό του ήταν έτοιμος να το σκοτώσει. Με μιας
μεταμορφώνεται αυτό στην πολυαγαπημένη του όμορφη κοπέλα. Του τα
μαρτύρησε όλα και του εξήγησε πως για να έμενε κοντά του έπρεπε
το ίδιο να έχει δοκιμάσει το βασιλόπουλο. Σε λίγες μέρες
εστεφανωθήκανε κι έγινε τρικούβερτο γλέντι. Εζήσανε από τότε
αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.