15 Απριλίου 1825:
Ο Κιουταχής, όπως ονομαζόταν λόγω της καταγωγής του από την Κιουτάχεια της Μ. Ασίας, έφτασε στο Μεσολόγγι με δύναμη 30.000 Τούρκων. Την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της πόλης βρίσκονταν περίπου 4.000 άνδρες (από τους οποίους οι χίλιοι ήταν σε προχωρημένη ηλικία) και 12.000 γυναικόπαιδα. Οι διαπραγματεύσεις που ζήτησε ο Κιουταχής για παράδοση της πόλης ναυάγησαν. Πραγματοποιήθηκαν πολλές έφοδοι, αλλά οι πολιορκούμενοι τις αντιμετώπισαν σθεναρά.
3 Ιουλίου 1825:
Καταφθάνουν προς ενίσχυση 40 ελληνικά πλοία υπό την αρχηγία των Μιαούλη και Σαχτούρη. Η πόλη εφοδιάζεται με τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό.
7 Αυγούστου 1825:
Οι Σουλιώτες και ο Κίτσος Τζαβέλας ενισχύουν τις δυνάμεις των πολιορκούμενων. Ο Κιουταχής αποφασίζει τη συνέχιση της πολιορκίας.
12 Δεκεμβρίου 1825:
Καταφθάνει ο Ιμπραήμ με δυναμικό στρατιωτών πάνω από 15.000 Αιγύπτιους στρατιώτες.
15 Φεβρουαρίου 1825:
Οι πολιορκητές διενεργούν δύο επιθέσεις. Παρά τις αρχικές προβλέψεις του Ιμπραήμ πως θα τα καταφέρει μόνος του, αναγκάζεται να ζητήσει τη συνδρομή του Κιουταχή.
1 Ιανουαρίου 1826:
Απορρίπτεται από τους υπερασπιστές του Μεσολογγίου η πρόταση του Ιμπραήμ για παράδοση της πόλης. Οι έριδες και οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων δυσκολεύουν ώστε να γίνει αντιληπτή η ανάγκη ενίσχυσης της πολιορκημένης πόλης. Γράφει σχετικά ο Σπυρομίλιος: «Ημείς από το Μεσολόγγιον είχομεν αποφασίσει να μη συμμεθέξωμεν εις καμμίαν φατρίαν αφ’ όσας ηκούομεν να υπήρχον εις το Ναύπλιον, δια να μη σύρωμεν καθ’ ημών την αντιζηλίαν των λοιπών και αντενεργήσωσι εις τον σκοπόν της αποστολής μας. Αλλά κατά δυστυχίαν είχε προκηρυχθεί να συγκροτηθή Εθνική Συνέλευσις, και εις αυτόν τον καιρό ενεργούνται όλαι αι σκευωρίαι και αι ραδιουργίαι δια τας εκλογάς των Πληρεξουσίων και των κομμάτων· άρα ήτον εις τον μεγαλείτερον βρασμόν αι φατρίαι. Και ημείς όντες σχεδόν έναν χρόνον εις το Μεσολόγγιον, όπου δεν εσπουδάζαμε άλλο εις το διάστημα αυτό από τον πόλεμο, όπου δεν ωμιλούσαμε δι’ άλλο ειμή δια κανονοστάσια, περιτειχίσματα και τάφρους· όπου δεν ηκούομεν άλλο παρά κρότους κονονίων και τουφεκίων και εκρήξεις βομβών και οβουζοβόλων, ήμεθα ως νήπια εις αυτό το νέον στάδιον…».
9 Ιανουαρίου 1826:
Ο ελληνικός στόλος υπό τον Μιαούλη καταπλέει στο Μεσολόγγι. Την επομένη, κάτω από την πίεση του εχθρικού στόλου, αναγκάζεται να υποχωρήσει. Οι ναυτικές συγκρούσεις θα συνεχιστούν για μακρύ χρονικό διάστημα με αμφίρροπο αποτέλεσμα.
Φεβρουάριος 1826:
Οι πιέσεις των εχθρών γύρω από το πολιορκημένο Μεσολόγγι γίνονται ασφυκτικές. Γράφει ο Σπυρομίλιος στο Χρονικό του Μεσολογγίου: «Ημέρα και νύκτα ολίγον ησυχάζαμε, και αύξανε η ανησυχία μας καθόσον επλησίαζον περισσότερον· διότι εκτός του ακροβολισμού, όστις ήτον σχεδόν αδιάκοπος, ήμεθα βιασμένοι να επισκευάζωμεν πάντοτε τας θέσεις μας, επειδή αφάνιζεν όλα το τουρκικό κανόνι, και σχεδόν η εργασία ήτον αδιάκοπος».
26 Φεβρουαρίου 1826:
Οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το νησάκι Βασιλάδι στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου.
28 Φεβρουαρίου 1826:
Ο Ιμπραήμ προσπαθεί να καταλάβει το Μεσολόγγι, αλλά αποτυγχάνει.
5 Μαρτίου 1826:
Η προσπάθεια του ύπατου αρμοστή Ιονίων Νήσων Φρειδερίκου Άνταμς για λήξη των εχθροπραξιών έξω από το Μεσολόγγι αποτυγχάνει.
25 Μαρτίου 1826:
Ο Κίτσος Τζαβέλας ανακαταλαμβάνει τη νησίδα Βασιλάδι στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου.
1 Απριλίου 1826:
Ο Μιαούλης αποτυγχάνει να ανεφοδιάσει με τρόφιμα και στρατιωτικό υλικό τους πολιορκούμενους Μεσολογγίτες. Ο Αρτέμιος Μίχος περιγράφει την άκρως δυσάρεστη κατάσταση ως εξής: «Έκτοτε δε ήρχισαν οι πολιορκούμενοι να τρέφωνται με το κρέας των εν τη πόλει ίππων, όνων, κυνών, γαλών, μυών κ.λπ. και εκ θαλασσίων καρκίνων και χόρτου, εκ των αρμυρίθρων λεγομένων, αίτινες προυξένουν εις τους τρώγοντας διάρροιαν· αλλά και τούτο ολίγον διήρκησε καθότι ολίγιστα ήσαν εν τη πόλει και τα είδη ταύτα και πολλαί μεν οικογένειαι ήρχισαν τότε να τρέφωνται εκ των εκ του λοιμού αποθνησκόντων συγγενών των, οι δε στρατιώται, νήστεις και γυμνοί, υπέμενον τα πάνδεινα με απαραδειγμάτιστον καρτερίαν. Ουδεμία δ’ εφαίνετο κατά τας φρικώδεις εκείνας στιγμάς Ελληνική δύναμις, ούτε πεζική ούτε θαλάσσιος, ερχομένη εις βοήθειαν του προπυργίου της Ελλάδος, αλλ’ ούτε είδησις καμμία ήτο δυνατόν να φθάση, ένεκα του στενωτάτου αποκλεισμού».
4 Απριλίου 1826:
Υπογράφεται το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης μεταξύ Ρωσίας και Αγγλίας. Αποφασίζεται η μεσολάβηση ανάμεσα στους Έλληνες και την Πύλη για τη δημιουργία αυτόνομου ελληνικού κράτους που θα είναι φόρου υποτελές στο σουλτάνο.
6 Απριλίου 1826:
Γ΄ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου: αποφασίζεται η αγγλική διαμεσολάβηση ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους.
Ο Φωτάκος περιγράφει τη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης και την δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Αγώνας ως εξής: «Μετά δε την αποτυχίαν της εφόδου κατά της Τριπολιτσάς τα Ελληνικά πράγματα παρέλυσαν περισσότερον. Η Βουλή και το Εκτελεστικόν έχασαν πλέον την ηθικήν των δύναμιν, και αυτός ο Κολοκοτρώνης ευρίσκετο εις ασθενή κατάστασιν. Το δε κόμμα των προυχόντων και ιδίως του Ανδρέα Ζαΐμη, το οποίον είχε πάθει πολλά από την Διοίκησιν του Κουντουργιώτη, ήτο ακόμη ενωμένον με τον Κολοκοτρώνην. Αυτοί όλοι μετά την γενομένην αμνηστείαν έπεσαν κοντά του Ιμβραήμ με τα όπλα, αλλά δυστυχώς δεν εδυνήθησαν να φέρουν αποτέλεσμα, και ν’ αναλάβουν την προτέραν των υπόληψιν. Επειδή δε ήλπιζαν από την αλλαγήν των προσώπων της Διοικήσεως απεφάσισαν να καλέσουν το Έθνος εις συνέλευσιν. Εσυνάχθησαν λοιπόν όλοι ούτοι εις το Άργος προς αυτόν τον σκοπόν. Και η Διοίκησις επίσης κατά την 25η Δεκεμβρίου 1825 εξέδωκε προκήρυξιν να συνέλθουν οι πληρεξούσιοι του Έθνους. Ο δε Κολοκοτρώνης τότε εξέδωκε διαταγάς προς τους οπλαρχηγούς παραγγέλων εις αυτούς να στρατολογήσουν εκ νέου· και άλλους μεν διέταξε να σταθούν εις τα πέριξ της Τριπολιτσάς, άλλους δε κατά τα Δερβένια του Λεονταρίου και εις το Μακρυπλάγι, και άλλους πάλιν κατά τας Πάτρας δια να προσέχουν τουλάχιστον τους Έλληνας να μη υπάγουν και προσκυνήσουν εις τους Τούρκους από την απελπισίαν των. Αλλ’ όμως δεν ήτο πλέον δυνατόν να συστηθή στρατόπεδον δια την έλλειψιν όλων των αναγκαίων μέσων».
10 - 11 Απριλίου 1826:
Αποφασίζεται η Έξοδος. Την νύχτα της 10ης Απριλίου 1826 υπό την αρχηγία των:
Νότη Μπότσαρη, Δημητρίου Μακρή και Κίτσου Τζαβέλα προετοιμάζεται η έξοδος με
την οργάνωση των δυνάμεων σε τρία σώματα. Στο μέσο του τριγώνου που θα σχημάτιζαν οι
δυνάμεις θα τοποθετούνταν τα γυναικόπαιδα. Οι προσπάθειες του Γεώργιου Καραϊσκάκη για
αντιπερισπασμό των εχθρών αποτυγχάνουν. Ο Ιμπραήμ πληροφορείται τα σχέδια των πολιορκημένων.
Ό,τι είχε οριστεί ως πέρασμα των Μεσολογγιτών είχε αποκλειστεί. Χιλιάδες σφαγιάστηκαν
σε αιματηρές σώμα με σώμα συγκρούσεις και όσοι επέστρεψαν στην πόλη είχαν την ίδια τύχη.
Κάποιοι ανατινάχτηκαν μαζί με τον Χρήστο Καψάλη στις πυριτιδαποθήκες.Υπολογίζεται ότι εκείνη
την ημέρα ―Κυριακή των Βαϊων― πυρπολήθηκαν 2.000, άλλοι 3.000 σκοτώθηκαν από τους Τούρκους και άλλοι χίλιοι αιχμαλωτίστηκαν.
«Φούρνος αναμμένος εφαίνετο η πόλις, από το ακατάπαυστον πυρ», περιγράφει ο Κασομούλης. Ο Σολωμός θα γράψει τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, μία από τις σημαντικότερες ποιητικές του συνθέσεις. Ακολουθεί η αρχή του Α΄ Σχεδιάσματος:
«Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε κι εσβενότανε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε:
«- Το χάραμα επήρα
του Ήλιου το δρόμο,
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο -
κι απ' όπου χαράζει
ως όπου βυθά,
τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.» [...]