Όνειρο στο κύμα

info
Διάβασε τη διάσωση της Μοσχούλας από το διήγημα Όνειρο στο κύμα. Ποιες ομοιότητες και ποιες διαφορές βλέπεις ανάμεσα στα δύο περιστατικά;

Παπαδιαμάντης, Αλέξ. (1984). «Όνειρο στο κύμα». Στο Τριανταφυλλόπουλος, Ν. Δ. (επιμ), Άπαντα. Αθήνα: Δόμος, τόμ 3, σ. 161-173.

Την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρὸν πλατάγισμα εις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, απὸ το μέρος του άντρου τού κογχυλοστρώτου καὶ νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κὺρ Μόσχου, κ᾽ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θὰ ερριψοκινδύνευα νὰ έλθω τόσον σιμὰ εις τα σύνορά της, εγὼ ὁ σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εὰν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου, συνήθως ελούετο.

Έκαμα δύο-τρία βήματα χωρὶς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν πρὸς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενὸς σχοίνου καὶ σκεπόμενος απὸ την κορυφὴν του βράχου, και είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ᾽ ελούετο…

Την ανεγνώρισα πάραυτα εις το φως της σελήνης το μελιχρόν, το περιαργυρούν όλην την άπειρον οθόνην του γαληνιώντος πελάγους, και κάμνον να χορεύουν φωσφορίζοντα τα κύματα. Είχε βυθισθή άπαξ καθὼς ερρίφθη εις την θάλασσαν, είχε βρέξει την κόμην της, απὸ τους βοστρύχους της οποίας ως ποταμὸς απὸ μαργαρίτας έρρεε το νερόν, και είχεν αναδύσει· έβλεπε κατά τύχην πρὸς το μέρος όπου ήμην εγώ, κ᾽ εκινείτο εδώ κ᾽ εκεί προσπαίζουσα και πλέουσα. Ήξευρε καλώς να κολυμβά. […] Η πρώτη ιδέα μου ήτον να βήξω, να της δώσω αμέσως είδησιν, και να κράξω: «― Βρέθηκα εδώ, χωρὶς να ξέρω… Μην τρομάζῃς!… φεύγω αμέσως, κοπέλα μου!»

Πλην, δεν ηξεύρω πώς, υπήρξα σκαιὸς καὶ άτολμος. Κανεὶς δεν με είχε διδάξει μαθήματα κοσμιότητος εις τα βουνά μου. Συνεστάλην, κατέβην πάλιν κάτω εις την ρίζαν τού βράχου κ᾽ επερίμενα. […] Εκ της ιδέας του να περιμένω δεν υπήρχεν άλλο μέσον ή προσφυγή, ειμὴ ν᾽ αποφασίσω να ριφθώ εις την θάλασσαν, με τα ρούχα, όπως ήμην, να κολυμβήσω εις τα βαθέα, άπατα νερά, όλον το προς δυσμὰς διάστημα, το απὸ της ακτής όπου ευρισκόμην, εντεύθεν του μέρους όπου ελούετο η νεάνις, μέχρι του κυρίως όρμου και της άμμου, επειδὴ εις όλον εκείνο το διάστημα, ως ημίσεος μιλίου, ἡ ακρογιαλιὰ ήτον άβατος, απάτητος, όλη βράχος καὶ κρημνός. Μόνον εις το μέρος όπου ήμην εσχηματίζετο το λίκνον εκείνο του θαλασσίου νερού, μεταξὺ σπηλαίων καὶ βράχων. […]

Δεν δύναμαι να είπω αν μου ήλθον πονηροί, και συνάμα παιδικοὶ ανόητοι λογισμοί, εν είδει ευχών κατάραι. «Να εκινδύνευεν έξαφνα! να έβαζε μιά φωνή! να έβλεπε κανένα ροφὸν εις τον πυθμένα, τον οποίον να εκλάβῃ δια θηρίον, δια σκυλόψαρον, και να εφώναζε βοήθειαν!…»

[…] Και πάλιν δεν εχόρταινα να βλέπω το όνειρον… Αίφνης εις τας ανάγκας του πραγματικου κόσμου μ᾽ επανέφερεν η φωνή της κατσίκας μου. Η μικρὴ Μοσχούλα ήρχισεν αίφνης να βελάζῃ!…

[…] Απείχον τώρα ολιγώτερον ή πέντε οργυιὰς απὸ το μέρος του πόντου, όπου εσχηματίζοντο δίναι και κύκλοι συστρεφόμενοι εις τον αφρὸν της θαλάσσης, οι οποίοι θα ήσαν ως μνήμα υγρὸν και ακαριαίον δια την ατυχή παιδίσκην· τα μόνα ίχνη τα οποία αφήνει ποτὲ εις την θάλασσαν αγωνιών ανθρώπινον πλάσμα!… Με τρία στιβαρὰ πηδήματα και πλευσίματα, εντὸς ολίγων στιγμών, έφθασα πλησίον της…

Είδα τὸ εύμορφον σώμα να παραδέρνῃ κάτω, πλησιέστερον εις τον βυθὸν του πόντου ή εις τον αφρὸν του κύματος, εγγύτερον του θανάτου ή της ζωής· εβυθίσθην, ήρπασα την κόρην εις τας αγκάλας μου, και ανήλθον.

Καθὼς την είχα περιβάλει με τον αριστερὸν βραχίονα, μου εφάνη ότι ησθάνθην ασθενή την χλιαρὰν πνοήν της εις την παρειάν μου. Είχα φθάσει εγκαίρως, δόξα τω Θεω!… Εντούτοις δεν παρείχε σημεία ζωής ολοφάνερα… Την ετίναξα με σφοδρὸν κίνημα, αυθορμήτως, δια να δυνηθή ν᾽ αναπνεύσῃ, την έκαμα να στηριχθή επὶ της πλάτης μου, και έπλευσα, με την χείρα την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως. […]

Επὶ πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλὸν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτὲ επάνω μου επ᾽ ολίγα λεπτὰ της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν απὸ όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, απὸ όλας τας λυκοφιλίας καί τους κυνέρωτας του κόσμου η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ᾽ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτὲ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ᾽ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβῃ με τας χείρας του προς στιγμὴν εν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του…