Μυθιστόρημα μαθητείας

info
[…] θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τουλάχιστον δύο ακόμη έργα που ακολουθούν την κλασική δυτικοευρωπαϊκή παράδοση του είδους [Bildungsroman] στην Ελλάδα. Πρόκειται για τον Λεωνή (1939) του Γιώργου Θεοτοκά και τους Παραστρατημένους (1935) της Λιλίκας Νάκου, δύο σημαντικά έργα για πολύ διαφορετικούς λόγους. Ο νεαρός ήρωας του Θεοτοκά διαγράφει εν σμικρώ την πορεία των Ευρωπαίων συντρόφων του από το άτομο στην ολότητα, από την οικογενειακή εστία στην ιστορία, μόνο που το ταξίδι του δεν πραγματοποιείται από το χωριό στην πόλη, αλλά από την Πόλη, την Κωνσταντινούπολη, και από την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρά της στη μικροαστική προπολεμική Αθήνα, η οποία όμως είναι το κέντρο, ο πυρήνας, της εθνικής ιδέας για μια Ελλάδα έστω συρρικνωμένη μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά όχι και φτωχότερη σε πατριωτική έξαρση και πνευματικό ενθουσιασμό. Το μυθιστόρημα αυτό, γραμμένο τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου από έναν συγγραφέα που οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί του είχαν διατυπωθεί ήδη προγραμματικά στο «μανιφέστο» της γενιάς του ’30, το Ελεύθερο πνεύμα (1929), δίνει όλους τους σταθμούς της πνευματικής αναζήτησης του ήρωα, που διαπλάθεται μέσα από την αντιπαράθεση κόσμων, όπως τους περιγράψαμε, στην αναζήτηση μιας αληθινής ζωής, δηλαδή της ορθής ή ορθόφρονης ένταξης, που συμφιλιώνει το άτομο με τον κόσμο. Κόσμος στην περίπτωση αυτή είναι η πατρίδα και το ιδεώδες της μια σταδιοδρομία που την υπηρετεί, ευθυγραμμισμένη κοινωνικά με το πνεύμα του φιλελεύθερου αστισμού, γλωσσικά με αυτό του δημοτικισμού, αλλά στο επίπεδο της επιθυμίας, δηλαδή ερωτικά, με έναν βραχύβιο σαρκικό πρώτο έρωτα αφενός, με έναν συμβατικό γάμο αφετέρου.

Αμπατζοπούλου, Φρ. (2000). «Αυτοβιογραφικός λόγος: ιστορικοί και μυθιστορηματικοί βίοι στο μυθιστόρημα εφηβείας». Η γραφή και η βάσανος. Ζητήματα λογοτεχνικής αναπαράστασης. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, σ. 69-70.

Ο ανταγωνισμός των «νέων» συγγραφέων […] προς τους «παλαιούς», με κύριο ζητούμενο το «συγχρονισμό» με τις διεθνείς λογοτεχνικές αναζητήσεις, είναι έντονος από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ακόμη ενωρίτερα. Η σύγκρουση των λογοτεχνικών «γενεών», ωστόσο, παίρνει διαφορετική τροπή στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, όταν μια καινούργια ομάδα νέων (εκείνη που ο Θεοτοκάς πρώτος ονόμασε «γενεά του 1930») έκανε, σύμφωνα με τον Ελύτη, «την εμφάνισή της γεμάτη τόλμη, αξιοπρέπεια, ενημέρωση και πολιτισμό» για να εκτοπίσει —κάπως πρόωρα— στο παρελθόν τους «νέους του 1920» με την επιβολή του δικού της ισχυρού μύθου. […]

Οι «νέοι του 1930» προωθούσαν δυναμικά τη ρήξη με το «μίζερο» λογοτεχνικό παρόν, προβάλλοντας —στη θέση της «άρνησης» που του καταλόγιζαν— την ισχυρή κατάφαση που παιάνιζε με μπαρεσική «αφτάδεια» το 1929 ο Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα: πίστη στο μέλλον, στην ταχύτητα του σύγχρονου κόσμου, στη ρώμη της γυμνασμένης και υγιούς νεότητας, στην ατομικότητα και την ελεύθερη βούληση, στη δημιουργική φιλοδοξία, στη δύσκολη τέχνη. Ο αυτοπροσδιορισμός των νέων του ’30 παρέπεμπε εξαρχής σε μια διπλή (και αντιφατική) ταυτότητα: ήταν «οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος» και, συγχρόνως, «οι νέοι διανοούμενοι, ανεκδήλωτοι ακόμα και άγνωστοι, που θα αναλάβουν αύριο την πνευματική καθοδήγηση του Ελληνισμού» και θα προωθήσουν «μια ελληνική πνευματική αναγέννηση». […]

Καγιαλής, Τ. (2007). Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930. Αθήνα: Βιβλιόραμα, σ. 183-185.