Α

αἴξ (ἡ) κατσίκα
ἀργύριον (τό) χρήματα

Β

βοῦς (ὁ, ἡ) ταύρος, βόδι ή αγελάδα

Δ

δέομαι έχω ανάγκη

E

ἕκαστος, -η, -ον (αντων.) καθένας
ἑκάτερος, -α, -ον (αντων.) καθένας, καθένας από τους δύο
ἑκών, -οῦσα, -όν πρόθυμος, με τη θέλησή του

Κ

κατορύττω /σσω καταχωνιάζω, σκάβω βαθιά
κεράμιος, -ία, - ον πήλινος

Ο

οὐκοῦν λοιπόν

Π

πολέμιος (ὁ) εχθρός

Φ

φύομαι φυτρώνω, αυξάνομαι, αναπτύσσομαι