Α
ἀξιόω -ῶ νομίζω, κρίνω πως πρέπει, έχω την αξίωση
ἀφικνέομαι -οῦμαι φτάνω
ἄχθομαι αγανακτώ, δυσφορώ
Β
βιάζομαι χρησιμοποιώ βία
βίαιος, -ος,/α -ον (επίθ.) σκληρός, βίαιος
E
ἐκπέμπω στέλνω έξω
ἐκπολιορκέω -ῶ κυριεύω με πολιορκία
Η
ᾗ (επίρρ.) όπως
ἥκιστα (επίρρ.) ελάχιστα
Κ
καθίστημι στήνω, τακτοποιώ, ρυθμίζω, διευθετώ
Μ
μεταπέμπω στέλνω και φέρνω κάποιον, προσκαλώ
Ν
ναῦς (ἡ) πλοίο
νεωστὶ (επίρρ.) πριν από λίγο καιρό, πρόσφατα
Ξ
ξυμπλέω/ συμπλέω πλέω, ταξιδεύω μαζί με κάποιον
Π
περιοράω -ῶ αδιαφορώ
πλῆθος (τό) ο λαός, οι δημοκρατικοί, η πλειοψηφία
πυνθάνομαι πληροφορούμαι
Σ
στρατηγία (ἡ) άσκηση του αξιώματος του στρατηγού
Φ
φοιτάω -ῶ επισκέπτομαι συχνά κάποιον