Α

ἄγαμαι θαυμάζω
ἄπιστος, -ον απίστευτος, απίθανος
ἀπολέγω επιλέγω
ἀποτορνεύομαι κάνω κάτι στρογγυλό

Β

βραχύς, -εῖα, -ύ μικρός, κοντός, λίγος

E

ἐνδεῶς (επίρρ.) ελλιπώς, ανεπαρκώς, κατώτερα
ἐπαίρομαι σηκώνομαι, υψώνομαι, περηφανεύομαι
εὐρύς, -εῖα, -ύ πλατύς, φαρδύς

Κ

καίριος, -ος,/α -ον κατάλληλος
κομψεύω εκλεπτύνω, εξευγενίζω

Λ

λόγιος, -α, -ον πολυμαθής, μορφωμένος

Π

περιμήκης, -ες μακρύς, μεγάλος

Υ

ὑπεράγαν σε υπερβολικό βαθμό
ὑπερφυής, -ές καταπληκτικός, θαυμάσιος, υπέροχος
ὑποστέλλομαι στενεύω