Α

ἀμφότεροι, -αι, -α και οι δυο μαζί
ἄρχω αρχίζω, είμαι αρχηγός, κυβερνώ, διοικώ

Β

βακτηρία (ἡ) ραβδί, μπαστούνι

Γ

γράφω ξύνω, χαράσσω, ζωγραφίζω

Δ

διαπονέομαι- οῦμαι εργάζομαι σκληρά, σκληραγωγούμαι

E

ἐξευρίσκω επινοώ, εφευρίσκω

Η

ἠθοποιέω -ῶ διαπλάθω χαρακτήρα, διαμορφώνω ήθη

Κ

καινουργέω -ῶ εισάγω κάτι νέο, καινοτομώ
καταλύω καταργώ
κρηπίς (ἡ) βάση, θεμελίωση, είδος ανδρικού παπουτσιού

Π

παιανίζω τραγουδώ τον παιάνα
παῖς (ὁ / ἡ) παιδί
παλαίστρα (ἡ) χώρος όπου διεξάγεται το άθλημα της πάλης
ποικίλλω στολίζω
ποικίλος, -η, -ον στολισμένος, ζωγραφιστός

Σ

στεφανόομαι -οῦμαι στεφανώνομαι

Υ

ὑπόκρισις (ἡ) παίξιμο του ηθοποιού, υπόδυση ενός ρόλου, ερμηνεία
ὑποκριτής (ὁ) ηθοποιός, ερμηνευτής

Φ

φημὶ λέω, ισχυρίζομαι
φύσις (ἡ) χαρακτήρας

Χ

χρίω αλείφω, μυρώνω
χρῶμαι μεταχειρίζομαι, κάνω χρήση, έχω, κατέχω