Ο Αριστοτέλης (384 π.Χ. - 322 π.Χ.) ήταν γιος του ιατρού Νικόμαχου και γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής. Το 367 π.Χ. σε ηλικία 17 ετών έφτασε στην Αθήνα για σπουδές στην Ακαδημία του Πλάτωνα, ο οποίος διέκρινε γρήγορα τις αρετές του Αριστοτέλη. Στην Ακαδημία συναναστράφηκε με σπουδαία πνεύματα της εποχής, ενώ κατά τη μακροχρόνια παραμονή του εκεί, δίδαξε και προσηλώθηκε στην επιστημονική έρευνα. Μετά τον θάνατο του Πλάτωνα εγκατέλειψε την Ακαδημία και ταξίδεψε πρώτα στην Άσσο, μια πόλη στα παράλια της Μ. Ασίας, όπου ανέπτυξε τη συγγραφική του δραστηριότητα, και ύστερα στη Λέσβο. Ύστερα από πρόσκληση του Βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β΄ το 342 π.Χ., ανέλαβε τη διαπαιδαγώγηση του γιου του Αλέξανδρου σε σχολή που διαμορφώθηκε στην πόλη Μίεζα. Αργότερα, το 335 π.Χ., επέστρεψε στην Αθήνα και ίδρυσε τη δική του σχολή, το Λύκειον. Ο θάνατος του μαθητή του, Αλέξανδρου, δημιούργησε αρνητικό κλίμα στην Αθήνα για τον Αριστοτέλη, καθώς επικράτησε η αντιμακεδονική παράταξη, και αναγκάστηκε να μετακομίσει στη Χαλκίδα, γενέτειρα της μητέρας του, ύστερα από διατύπωση κατηγορίας εναντίον του.  Πέθανε στη Χαλκίδα το 322 π.Χ. και η ταφή του έγινε στα Στάγειρα. Το συγγραφικό του έργο, ποικίλο και πολυσχιδές, διακρινόταν κατά την αρχαιότητα σε δύο κατηγορίες: στα εξωτερικά έργα που απευθύνονταν σε ένα πιο πλατύ κοινό, και στα ακροαματικά, τα οποία ήταν υλικό που ο φιλόσοφος χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια των παραδόσεων στους μαθητές του. Η επίδραση του έργου του, τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και μεταγενέστερα, υπήρξε πολύ σημαντική.