Α

ἀκροατικός, -ή, -όν κατάλληλος για ακρόαση, προφορικός, διδασκαλία φιλοσόφων ανώτερη και βαθύτερη που γίνεται προφορικά
ἀποδεικνύω ορίζω, υποδεικνύω
ἀπόρρητος, -ον (επίθ.) ο μυστικός, ο απαγορευμένος

Β

βούλομαι επιθυμώ

Δ

διατριβή (ἡ) τόπος διαμονής, σπατάλη χρόνου, μελέτη, τρόπος ζωής
διαφέρω έχω διαφορά
διδασκάλια (τά) δίδακτρα

E

ἐκδίδωμι δημοσιεύω, εκδίδω
ἐκφέρω διαδίδω, διηγούμαι έξω, δημοσιεύω, προδίδω
ἔοικα φαίνομαι, είμαι όμοιος
ἐποπτικός, -ή, -ὸν αυτός που αναφέρεται σε μυημένο, ο αντιληπτός με τις αισθήσεις

Ι

ἰδίως (επίρρ.) ειδικά, ιδιωτικά, κυρίως, προπάντων

Π

παιδεύω εκπαιδεύω, διδάσκω, μορφώνω
παραμυθέομαι -οῦμαι παρηγορώ, καθησυχάζω
παρρησιάζομαι μιλώ ελεύθερα, μιλώ με παρρησία
πράττω εὖ ευτυχώ
προσαγορεύω αποκαλώ, ονομάζω

Ρ

ῥώννυμι δυναμώνω, ενισχύω

Τ

τελέω -ῶ καταβάλλω φόρο, πληρώνω