Α

Ἀδρίας (ὁ) Αδριατική θάλασσα
ἅμα (επίρρ.) συγχρόνως, ταυτόχρονα
ἀποδίδωμι επιστρέφω, δίνω πίσω

Δ

διάκειμαι είμαι διατεθειμένος, θεωρώ

Ε

ἐκλείπω εγκαταλείπω
ἐκφορά (ἡ) μεταφορά του νεκρού προς ταφή, έκφραση, διατύπωση σκέψης, γνώμης κ.τ.λ., τρόπος σύνταξης, διατύπωσης

Η

ἥκω έχω έρθει, είμαι παρών

Κ

κάπηλος (ὁ) καταστηματάρχης

Μ

μισθόομαι -οῦμαι ενοικιάζω

Ο

οἴομαι κρίνω, νομίζω, πιστεύω

Π

πόρρω (επίρρ.) μακριά
πρόδοσις (ἡ) προκαταβολή

Σ

συγκλῄω κλείνω
συμβάλλω συνάπτω, ενώνω, κλείνω συμφωνίες
σώφρων, -ον (επίθ.) συνετός, λογικός