Ο Κωστής Παλαμάς (1859-1943) στη νεότητά του (1889).
Πηγή: wikimedia commons
Κωστής Παλαμάς, «Οι στίχοι στην πατρίδα μου»
Απόδοση: Δέσποινα Δούκα
Οι στίχοι στην πατρίδα μου είνε καθάριο μέλι,
Απ’ της καρδιάς βυζαίνονται το άνθος μυστικά,
Μέσα στο νου φυλάγονται, ’σα’ μέσα σε κυψέλη,
Κ’ είνε στολίδια της χαράς, της λύπης γιατρικά.
Οι στίχοι στην πατρίδα μου είνε καθάριο μέλι. 5
Όταν γλεντούμ’ ακούραστα του γάμου τις ημέρες
Κ’ η νύφη σέρνη το χορό ’μπροστά καμαρωτή,
Με στίχους την παινεύουνε παρθένες συμπεθέρες
Και ζωντανεύ’ η όρεξι και ο χορός κρατεί
Όσω γλεντούμ’ ακούραστα του γάμου τις ημέρες. 10
Οι στίχοι, όταν οι πληγές του χάρου μάς λαβώνουν,
Σε μυρολόγι’ ακούονται κατάμαυρα, βαρειά,
Μαζή ξεσχίζουν την καρδιά και τήνε βαλσαμώνουν
Και φέρνουν με τα δάκρυα και την παρηγοριά
Οι στίχοι, όταν οι πληγές του χάρου μάς λαβώνουν. 15
Κάθ’ άι Βασίλη και Χριστού, κάθε Λαμπρή και Φώτα,
Ημέρες για τα σπίτια μας ευχών και παιγνιδιών,
Χελιδονάκια της χαράς μάς φτάνουν πρώτα πρώτα
Και κελαϊδούν οι στίχοι μας στα χείλη των παιδιών
Κάθ’ άι Βασίλη και Χριστού, κάθε Λαμπρή και Φώτα. 20
Του ριζικάρη τ’ άι Γιαννιού γιορτή ’σαν ξημερώση
Κάθουντ’ οι νιες ολόγυρα στ’ αμίλητο νερό
Και καθεμιάς τη μοίρα της θα ’ρθή να φανερώση
Στιχάκι πότε ολόγλυκο και πότε αγκαθερό,
Του ριζικάρη τ’ άι Γιαννιού γιορτή ’σαν ξημερώση. 25
Όταν η κόρ’ είνε σκυφτή στον αργαλειό ’μπροστά,
Και η σαΐτα έξαφνα στα χέρια της βαραίνη,
Οι στίχοι από τα χείλη της πετούν τραγουδιστά
Και λησμονιέτ’ ο πόνος της κ’ η κόρη ξαποσταίνει
Όταν δουλεύη ολόσκυφτη στον αργαλειό ’μπροστά. 30
— Σας αγαπώ κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω,
Ω στίχοι, που αηδονόλαλοι φωλιάζετ’ εδώ πέρα·
Ελάτε να με μάθετε να σας βαστώ το ίσο
Επάνω στα δροσόχορτα με μια καλή φλογέρα!
Σας αγαπώ κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω! 35