Α
αὐτεπάγγελτος, -ον αυθόρμητος, αυτόβουλος
Β
βραδέως (επίρρ.) αργά, σιγά-σιγά
Δ
δέομαι έχω ανάγκη
δυσχεραίνω δεν μπορώ να αντέξω κάτι, δυσαρεστούμαι
Ε
ἐπίσταμαι γνωρίζω καλά
ἑταῖρος (ὁ) σύντροφος, συμπολεμιστής, φίλος
Η
ἡττάομαι -ῶμαι είμαι κατώτερος, υποτάσσομαι, νικιέμαι
Κ
καιρός (ὁ) κατάλληλη χρονική στιγμή
Μ
μεταλλάττω μεταβάλλω, κάνω αλλαγή
μηδείς, μηδεμία, μηδὲν κανένας/κανείς, καμία, κανένα ή τίποτα
Ο
οἷος, οἵα, οἷον (αντων.) τέτοιος που, τέτοια που, τέτοιο
που
Π
πειράομαι -ῶμαι προσπαθώ
πράττω καλῶς ευτυχώ
Ρ
ῥητός, -ή, -όν αυτός-η-ο που μπορεί να λεχθεί
Σ
συνάχθομαι στενοχωρούμαι, θλίβομαι μαζί με κάποιον,
συμπονώ κάποιον
Τ
τρόπος (ὁ) συμπεριφορά, χαρακτήρας