Α

ἀγρυπνία (ἡ) αϋπνία, εγρήγορση, επαγρύπνηση
ἀκμάζω βρίσκομαι σε πλήρη ακμή, αφθονώ
ἀποτίθεμαι αφήνω, αποθέτω
ἅπτω στερεώνω, αγγίζω
ἀφίημι θέτω κάτι σε κίνηση, αφήνω

Β

βαρύνομαι κουράζομαι, εξαντλούμαι

Ε

ἐγείρομαι είμαι ξύπνιος
ἐνταῦθα (επίρρ.) εδώ
ἐξανίσταμαι σηκώνομαι από τη θέση μου, εγκαταλείπω, θυμώνω και αντιδρώ πολύ έντονα σε κάτι που το θεωρώ τελείως απαράδεκτο

Κ

καθεύδω κοιμάμαι
κάμνω κοπιάζω, κουράζομαι
καταγώγιον (τό) κατάλυμα, μέρος όπου μπορεί κάποιος να διαμείνει, χαρακτηρισμός κακόφημου κέντρου, υπόγειου συνήθως χώρου
κατατρίβομαι εξαντλούμαι
κώπη (ἡ) κουπί

Μ

μέλλω σκοπεύω να κάνω κάτι, αναβάλλω, βραδύνω
μυριάκις (επίρρ.) δέκα χιλιάδες φορές, άπειρες φορές

Ν

νήφω δεν πίνω κρασί, είμαι εγκρατής, συνετός, προσεκτικός
νῆψις (ἡ) εγκράτεια, σωφροσύνη, επαγρύπνηση

Ο

οἴαξ (ὁ) πηδάλιο, τιμόνι
οἶδα γνωρίζω καλά
οἴχομαι φεύγω, χάνομαι

Π

πανταχοῦ (επίρρ.) παντού
πόνος (ὁ) κόπος, μόχθος

Υ

ὑποζύγιον (τό) ζώο που ζεύεται στον ζυγό