ΓΕΝΙΚΗ
Η γενική ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός
διακρίνεται σε γενική:
-
1. κτητική (δηλώνει τον κτήτορα του προσδιοριζόμενου
όρου)
π.χ. Ἡ πόλις ἡμῶν ἔνδοξος ἐγένετο.
(πβ. ν.ε. Το σπίτι της γιαγιάς) -
2. του δημιουργού (δηλώνει τον δημιουργό του
προσδιοριζόμενου όρου)
π.χ. Ποιητῶν ἀγαθῶν ποιήματα.
(πβ. ν.ε. Η Οδύσσεια του Ομήρου) -
3. διαιρετική (δηλώνει το σύνολο, μέρος του οποίου
είναι ο προσδιοριζόμενος όρος) Προσδιορίζει κυρίως λέξεις που
δηλώνουν ποσό ή αριθμό και επίθ. ή αντ. ουδετέρου γένους.
π.χ. Οἱ σώφρονες τῶν πολιτῶν εἰρήνην ἐψηφίζοντο.
(πβ. ν.ε. δύο μαθητές του τμήματος) -
4. της ύλης (δηλώνει την ύλη από την οποία είναι
κατασκευασμένος ο προσδιορ. όρος)
π.χ. Στέφανοι ἐλαίας τοῖς νικηταῖς έδίδοντο.
(πβ. ν.ε. πλάκες χρυσού) -
5. του περιεχομένου (δηλώνει το περιεχόμενο του
προσδιορ. όρου που είναι συνήθως λέξη περιεκτική, όπως
αριθμός, ἀγέλη, ἅμαξα, ὄχλος, πλῆθος, πλοῖον κ.ά.)
π.χ. Ἄλσος ἡμέρων δένδρων.
(πβ. ν.ε. η αποθήκη των σιτηρών) -
6. της ιδιότητας (δηλώνει συνήθως μέγεθος, ηλικία,
ποσότητα και συχνά συνοδεύεται από αριθμητικό)
π.χ. Ἀπέδωκε μισθὸν τριῶν μηνῶν.
(πβ. ν.ε. παιδί πέντε ετών) -
7. της αξίας ή του τιμήματος (δηλώνει την αξία του
προσδιορ. όρου και εξαρτάται συνήθως από τα επίθετα: ἄξιος,
ἀνάξιος, ἀντάξιος, ἐπάξιος, ἀξιόχρεως, τίμιος κ.ά.)
π.χ. Οὐκ ἄξιοι τῶν προγόνων ἐσμέν. (πβ. ν.ε. ἄξιος συγχαρητηρίων) -
8. της αιτίας (εξαρτάται συνήθως από επίθετα, όπως
αἴτιος, ὑπαίτιος, ἀναίτιος, ὑπεύθυνος, ὑπόλογος, ἔνοχος κ.ά.)
π.χ. Ἔνοχός ἐστι δειλίας. (πβ. ν.ε. η λύπη του χωρισμού) -
9. υποκειμενική (δηλώνει το υποκείμενο της ενέργειας
του προσδιοριζόμενου όρου)
π.χ. Οὐδεμία πνοὴ ἀνέμου ἠκούετο. (πβ. ν.ε. η επιστροφή του δασκάλου) -
10. αντικειμενική (δηλώνει το αντικείμενο της
ενέργειας του προσδιοριζόμενου όρου) συντάσσεται με ουσιαστικά
και επίθετα ομόρριζα με ρήματα που δέχονται αντικείμενο σε
γενική, όπως όσα σημαίνουν μνήμη, επιμέλεια, εξουσία,
συμμετοχή, εμπειρία, χωρισμό και τα αντίθετά τους
π.χ. Καλὸν τέκνον ἐστὶν τέρψις γονέων. (πβ. ν.ε. οι φρουροί των συνόρων) -
11. συγκριτική (δηλώνει το πρόσωπο ή το πράγμα με το
οποίο συγκρίνεται ο προσδιορ. όρος. Αποτελεί τον β΄ όρο της
σύγκρισης και συντάσσεται με επίθετα συγκριτικού βαθμού ή
επίθετα με συγκριτική σημασία.)
π.χ. Πρότερος τοῦ λοχαγοῦ ἐπορεύετο. (πβ. ν.ε. μικρότερός μου)
ΔΟΤΙΚΗ
Η δοτική ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός διακρίνεται σε :
-
1. αντικειμενική (δηλώνει το αντικείμενο της
ενέργειας την οποία φανερώνει το ουσιαστικό που
προσδιορίζεται)
π.χ. Σχεδὸν εἶ θεοῖς ὅμοιος. (πβ. ν.ε. όμοια με τη μητέρα της) -
2. της αναφοράς (δηλώνει σε τι αναφέρεται ο
προσδιοριζόμενος όρος) Προσδιορίζει συνήθως επίθετα, όπως
ἀσθενής, καλός, δυνατός, ἰσχυρός, ἱκανός, δεινός κ.ά.
π.χ. Ἔστι δ’ ἡ Σικελία τρίγωνος τῷ σχήματι. (πβ. ν.ε. δεινός στο κολύμπι)
ΑΙΤΙΑΤΙΚΗ
Η αιτιατική ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός:
-
1. της αναφοράς (δηλώνει σε τι αναφέρεται ο
προσδιοριζόμενος όρος. Συχνές αιτιατικές της αναφοράς είναι:
τὸ ὕψος, τὸ εὖρος, τὸ μῆκος, τὸ μέγεθος, τὸν ἀριθμόν, τὸ
πλῆθος, τὸ ὄνομα κ.ά.)
π.χ. Πόλις αὐτόθι ἦν, Θάψακος ὄνομα. (πβ. ν.ε. ύφασμα δύο μέτρα φάρδος)