Α

ἁμαρτάνω αποτυγχάνω, αστοχώ, κάνω λάθος
ἀρχικός, -ή, -ὸν αυτός που ανήκει σε αρχή, εξουσία, κατάλληλος για να κυβερνήσει

Δ

δεινός, -ή, -ὸν φοβερός, σκληρός, ικανός, ισχυρός
δωρεά (ἡ) δώρο, προσφορά

Ε

ἐξαιρέω,-ῶ διώχνω
εὐδοκιμέω,-ῶ έχω καλή φήμη

Π

περιδεής, -ὲς φοβισμένος, τρομοκρατημένος
πλεονεκτέω -ῶ αποκτώ ή έχω περισσότερα
ποιοῦμαι περὶ πλείστου εκτιμώ πάρα πολύ
πολεμικός, -ή, -ὸν αυτός που ανήκει στον πόλεμο, επιδέξιος στον πόλεμο
πρᾶος -ον ήπιος, μαλακός

Σ

συμβόλαιον (τό) σύμβαση

Χ

χαλεπότης (ἡ) σκληρότητα, αγριότητα