E
εἰκάζω παρομοιάζω, απεικονίζω
εἰκών (ἡ) ομοίωμα, εικόνα, ανδριάντας
εἰσβάλλω κάνω επιδρομή, εισέρχομαι
εἴωθα συνηθίζω
ἐπαγωγός, -ὸν ελκυστικός, γοητευτικός
Η
ἡγέομαι,-οῦμαι είμαι αρχηγός, καθοδηγώ, νομίζω, θεωρώ
Θ
θνῄσκω πεθαίνω
Κ
καθίσταμαι τοποθετούμαι, διορίζομαι, είμαι συνηθισμένος
κελεύω παρακινώ, ενθαρρύνω, διατάζω
Ν
νῦν (επιρρ.) τώρα
Ο
ὄναρ (τό) όνειρο
Τ
τελευτάω,-ῶ πεθαίνω
Φ
φανερός, -ά, -ὸν γνωστός