Α

ἄμπελος (ἡ) φυτό αμπέλι, κλήμα
αὐτίκα (επίρρ.) αμέσως, για παράδειγμα

E

ἐπιστήμων,-ον γνώστης, σοφός, έμπειρος, συνετός
ἔτι (επίρρ.) ακόμη
εὐθύς (επίρρ.) αμέσως

Θ

θεραπεύω καλλιεργώ, περιποιούμαι

Ο

οὕτω (επίρρ.) τόσο

Π

πέπων,-ον ώριμος, γινωμένος
περιπετάννυμι/ περιπεταννύω απλώνω γύρω
πρᾶος, πραεῖα, πρᾶον ήπιος, ευγενής, ήμερος

Τ

τέχνη (ἡ) ενασχόληση, δραστηριότητα
τρυγάω,-ῶ τρυγώ, συλλέγω τον καρπό

Φ

φιλάνθρωπος,-ον φιλάνθρωπος, αγαθός, ευγενής

Ψ

ψιλόω,-ῶ, απογυμνώνω