Α

ἀλέα (ἡ) δρόμος ή λεωφόρος με δενδροστοιχίες, δεντροστοιχία
ἀντέχομαι κρατώ κάτι μπροστά μου ως άμυνα, πιάνομαι από κάτι
ἀνυστικός, -ή, -ὸν αποτελεσματικός
ἀποκάμνω κουράζομαι
ἀπονέμω απονέμω, μοιράζω, διανέμω
ἀποτίθεμαι βγάζω κάτι από πάνω μου, παραμερίζω, αναβάλλω

E

ἐκδύω αφαιρώ, γυμνώνω, γδύνω
ἐκπολιορκέω -ῶ κυριεύω με πολιορκία
ἐρίζω μαλώνω
ἐσθής (ἡ) ρούχο, ενδυμασία, αμφίεση

Η

καταπονέομαι ,-οῦμαι ταλαιπωρούμαι
καῦμα (τό) θερμότητα, ζέστη

Π

προσλαμβάνω αποκτώ επιπλέον

Σ

σφοδρός, -ά, -ὸν ορμητικός, βίαιος, ασυγκράτητος, έντονος