Α
ἀνδριάς (ὁ) ομοίωμα ανδρός, ανδριάντας
ἄπιστος, -ον απίστευτος, απίθανος
ἀπολέγω επιλέγω
ἀποτορνεύομαι κάνω κάτι στρογγυλό
Δ
δηλονότι (επίρρ.) αρκετά καθαρά, εμφανώς, σαφώς
E
ἔργῳ ἐμπρακτα
Μ
μετακάρπιον (τό) παλάμη
μόριον (τό) μέλος, μέρος, συστατικό
Π
πᾶς, πᾶσα, πᾶν όλος, ολόκληρος
Σ
σύμ-πᾱς / ξύμπας, -πᾱσα, -πᾰν όλος μαζί, ολόκληρος,
σύσσωμος
συνίσταμαι αποτελώ, συγκροτώ, σχηματίζομαι