Α

ἀλλότριος, -α,-ον ξένος

B

βιόω -ῶ περνώ τη ζωή μου, ζω

Δ

δημηγορέω -ῶ 1. αγορεύω στην εκκλησία του δήμου, 2. αγορεύω δημαγωγικά
δῆμος (ὁ) λαός, ελεύθεροι πολίτες

E

ἐάω -ῶ αφήνω, επιτρέπω

Ν

νὴ Δία μα τον Δία

Ο

οἴκησις (ἡ) διαμονή, κατοικία
οἴομαι/οἶμαι νομίζω, έχω τη γνώμη

Π

πάσχω παθαίνω

Τ

τύπτω χτυπώ

Φ

φαῦλος ,-η, -ον ανάξιος, ασήμαντος