Α

ἀδύνατος, -ον αδύνατος σωματικώς, ασθενικός
ἀμφότεροι, -αι, -α και οι δύο μαζί
ἄπορος, -ον αυτός που δεν έχει πόρους, φτωχός
ἀσελγής,- ὲς αισχρός, ξεδιάντροπος

Ε

ἐγχωρεῖ είναι δυνατόν, επιτρέπεται
ἐνδεής, -ὲς αυτός που στερείται, φτωχός
ἐξαμαρτάνω κάνω λάθος, αποτυγχάνω
ἐξωνέομαι -οῦμαι εξαγοράζω
ἐπιτιμάω -ῶ αποδοκιμάζω, κατακρίνω, κατηγορώ

Κ

κακοήθης, -ες μοχθηρός, κακεντρεχής
κίνδυνος (ὁ) δικαστικός αγώνας

Λ

λίαν (επίρρ.) πάρα πολύ, υπερβολικά

Μ

μέλλω σκοπεύω, πρόκειται να

Π

πρεσβύτερος, -α, -ον ο μεγαλύτερος στην ηλικία
προβαίνω προχωρώ
προσήκει αρμόζει

Υ

ὑβρίζω φέρομαι με αυθάδεια
ὑβριστής (ὁ) αυθάδης, θρασύς, αναιδής