Α
ἄλογα ζώα, άλογα όντα
Ε
ἐχθαίρω μισώ, είμαι εχθρός με κάποιον
Κ
κωλύω εμποδίζω
Μ
μυρίος, -α, -ον αναρίθμητος, αμέτρητος
Π
περιορῶ παραβλέπω, εγκαταλείπω
πλεονεκτῶ είμαι πλεονέκτης
προτίθημι προτιμώ, εκθέτω
Y
ὑποπτεύω υποψιάζομαι, γίνομαι καχύποπτος, δυσπιστώ
Χ
xαρίζομαι λέω ή κάνω κάτι ευχάριστο σε κάποιον, ικανοποιώ, ευεργετώ