Α

ἀφίημι αφήνω

Δ

δέομαι βρίσκομαι σε ανάγκη, χρειάζομαι
διανίσταμαι παίρνω δύναμη

Ε

ἔνδον μέσα
ἐπιλανθάνομαι ξεχνάω
εὐφορέω -ῶ είμαι εύφορος, παράγω σε αφθονία

Θ

θεάομαι -ῶμαι παρατηρώ, εξετάζω

Ι

ἰσχύς (ἡ) δύναμη

Κ

καλιά (ἡ) φωλιά, ξύλινη κατοικία
καταπίπτω πέφτω κάτω
κομάω -ῶ (για δένδρα, φυτά) έχω φύλλωμα
καταβάλλω ρίχνω κάτω

Λ

λήϊον (τό) σπαρτά, χωράφι

Μ

μονή (ἡ) παραμονή, διαμονή μέσα

Ν

νεοσσός (ὁ) κάθε νεαρό ζώο (λέγεται και για μικρά παιδιά)

Π

πήγνυμι καρφώνω, στερεώνω, κάνω κάτι σταθερό
πόνος (ὁ) κόπος
προάγω οδηγώ εμπρός
προσγίγνομαι προστίθεμαι
πτῆσις (ἡ) πέταγμα