Α

ἀκρασία (ἡ) ακολασία, το να μην ελέγχεις τον εαυτό σου
ἀμείνων, -ον (συγκριτικός βαθμός του ἀγαθός, -όν) καλύτερος
ἀργός, -ὸν μη εργαζόμενος, οκνηρός

Γ

γῆρας (τό) γεροντική ηλικία, γεράματα

Δ

διαβάλλω κατηγορώ, συκοφαντώ, δημιουργώ διαμάχη

Ε

ἐπιτήδευμα (τό) ενέργεια, συνήθεια, συμπεριφορά
ἔρανος (ὁ) εισφορά, υπηρεσία, πρόνοια

Η

ἥδιστος, -η, -ον (υπερθετικός βαθμός του ἡδύς, -εῖα, -ύ) ο πιο ευχάριστος, ο πιο γλυκός

Κ

κοινωνέω -ῶ συμμετέχω

Μ

μιμνῄσκομαι ανακαλώ στη μνήμη μου, θυμάμαι

Ο

οἰκτείρω/οἰκτίρω αισθάνομαι οίκτο, συμπονώ
οἷος, οἵα, οἷον (αναφ. αντων.) τέτοιος που
ὀκνέω -ῶ διστάζω, αποφεύγω να κάνω κάτι
ὄψις (ἡ) εμφάνιση

Π

πίστις (ἡ) εμπιστοσύνη

Χ

χαλεπός, -ή, -ὸν δύσκολος-η-ο
χρῶμαι χρησιμοποιώ