Α
ἄγαν (επίρρ.) πολύ
ἀδικέω -ῶ είμαι άδικος, διαπράττω αδικία, βλάπτω
Δ
δέδοικα φοβάμαι
δοκεῖ φαίνεται
Ε
ἔξεστιν είναι δυνατόν
H
ἥκιστα (επίρρ.) ελάχιστα
K
κολάζω τιμωρώ
κράτιστος, -η, -ον (υπερθ. του επιθ. ἀγαθός,-ή,-όν)
ισχυρότερος, δυνατότερος, καλύτερος, εξαίρετος
Ο
οὐδὲν ἧττον καθόλου λιγότερο, το ίδιο
Π
πένης (ὁ) φτωχός
πράττω ἄριστα ευτυχώ
πράττω εὖ ευτυχώ
προβάλλω προτείνω, κατηγορώ κάποιον, τον παρουσιάζω ως
ένοχο αδικήματος
Σ
σωφρονέω -ῶ είμαι λογικός, συνετός
Φ
φημὶ λέω, ισχυρίζομαι
Ψ
ψόγος (ὁ) ψεγάδι, κατηγορία, αποδοκιμασία