[…] Εάν πρέπει να ορίσω την ποίηση και νιώθω κάπως αμήχανα γι’ αυτό, εάν δεν είμαι πολύ σίγουρος γι’ αυτό, λέω κάτι όπως: «Ποίηση είναι η έκφραση του ωραίου διαμέσου λέξεων περίτεχνα υφασμένων μεταξύ τους». Αυτός ο ορισμός μπορεί να είναι αρκετά καλός για ένα λεξικό ή ένα εγχειρίδιο, αλλά όλοι νιώθουμε πως είναι κάπως αδύνατος. Υπάρχει κάτι πολύ σημαντικότερο – κάτι που θα μπορούσε να μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε όχι μόνο προσπαθώντας να γράψουμε ποίηση, αλλά και να την ευχαριστιόμαστε, και να νιώθουμε ότι ξέρουμε τα πάντα γι’ αυτήν.
Αυτό είναι ότι ξέρουμε τι είναι ποίηση. Το ξέρουμε τόσο καλά που δεν μπορούμε να το ορίσουμε με άλλες λέξεις, όπως δεν μπορούμε να ορίσουμε τη γεύση του καφέ, το κόκκινο ή το κίτρινο χρώμα, ή την έννοια του θυμού, της αγάπης, του μίσους, της ανατολής, του ηλιοβασιλέματος, ή της αγάπης μας για την πατρίδα μας. Αυτά τα πράγματα είναι τόσο βαθιά μέσα μας, που μπορούν να εκφραστούν μόνο με εκείνα τα κοινά σύμβολα που μοιραζόμαστε. Έτσι, γιατί να χρειαστούμε άλλες λέξεις;
Μπορεί να μη συμφωνείτε με τα παραδείγματα που διάλεξα. Ίσως αύριο να σκεφτώ καλύτερα παραδείγματα, ίσως σκεφτώ πως θα έπρεπε να είχα παραθέσει άλλους στίχους. Αλλά αφού μπορείτε να διαλέξετε και να πάρετε τα δικά σας παραδείγματα, δεν χρειάζεται και να πάρετε τα δικά σας παραδείγματα, δεν χρειάζεται να νοιάζεστε πολύ για τον Όμηρο, ή για τους Αγγλοσάξονες ποιητές, ή για τον Rossetti. Γιατί ο καθένας ξέρει πού να βρει την ποίηση. Και όταν αυτή έρχεται, νιώθει κανείς το άγγιγμά της, αυτό το ιδιαίτερο μυρμήγκιασμα που προκαλεί.
[…]
Όταν γράφω, προσπαθώ να είμαι πιστός στο όνειρο και όχι στις περιστάσεις. Βέβαια στα διηγήματά μου (οι άνθρωποι μου λένε πως πρέπει να μιλάω γι’ αυτά) υπάρχουν αληθινά γεγονότα, αλλά για κάποιον λόγο ένιωθα ότι τα γεγονότα αυτά θα έπρεπε πάντα να λέγονται με μια συγκεκριμένη δόση αναλήθειας. Δεν υπάρχει ευχαρίστηση στο να λες μια ιστορία όπως πράγματι συνέβη. Πρέπει να αλλάζουμε τα πράγματα, ακόμη και όταν τα θεωρούμε ασήμαντα· αν δεν το κάνουμε, πρέπει να μη θεωρούμε τους εαυτούς μας καλλιτέχνες αλλά απλούς δημοσιογράφους, ίσως, ή ιστορικούς. Αν και υποθέτω πως όλοι οι αληθινοί ιστορικοί γνωρίζουν ότι μπορούν να είναι τόσο εφευρετικοί όσο και οι συγγραφείς.
[…]
Αν έπρεπε να δώσω συμβουλές σε συγγραφείς (και δεν νομίζω ότι τις χρειάζονται, γιατί ο καθένας πρέπει να ανακαλύψει μόνος του εκείνα που χρειάζεται), θα τους έλεγα απλώς αυτό: θα τους ζητούσα, όσο μπορούν να μην το παρακάνουν με την επιθυμία τους για τελειότητα. Δεν νομίζω ότι το να σκαλίζουν τη δουλειά τους κάνει καλό. Έρχεται η στιγμή που ανακαλύπτει κανείς εκείνο που μπορεί να κάνει – που ανακαλύπτει κανείς τη φυσική του φωνή, τον ρυθμό του. Μετά από αυτό δεν πιστεύω πως οι μικρές διορθώσεις θα είναι χρήσιμες.
[…]
Όταν γράφω κάτι, προσπαθώ να μην το καταλαβαίνω. Νομίζω πως η εξυπνάδα δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με τη δουλειά του συγγραφέα. Νομίζω πως ένα από τα αμαρτήματα της σύγχρονης λογοτεχνίας είναι ότι παραασχολείται με τον εαυτό της.