Η ύπαρξή μου αρχίζει από μία λέξη. Δεν έχω εκπαιδευτεί σε έννοιες, αλλά είμαι στα χέρια της Άγνωστης. Σχηματίζομαι από μαύρο μελάνι.
Γράφει: «Ύδατα, μόνο νερά, πριν οι ήπειροι λάβουν σχήμα. Υπάρχει μήπως Ατλαντίδα του λόγου»;
Είναι ταραγμένη από την απορία, κουβέντα δεν της παίρνεις. Με κλείνει σε φάκελο.
Φανερώθηκε πάλι στο ξύλινο γραφείο. Σιωπηλή ανοίγει σαν θησαυροφυλάκιο το λεξικό, κατόπιν το κλείνει όπως συλλογικό τάφο. Τέλος, σπρώχνει προς τα έξω το παράθυρο, προς την εγκυκλοπαίδεια της φύσης.
Σημειώνει: «Ο καθαρός ουρανός χέρσος. Ο καθαρός ουρανός αρχαϊκός. Ο καθαρός ουρανός…».
Σβήνει, σκούρες γραμμές με τυλίγουν και χάνομαι από προσώπου σελίδας.
Αν και καταχωνιασμένο, εκείνη με ανακαλύπτει.
Πλέκει δίχτυ από παλιές μορφές μου· να πιάσει τι;
Εκείνη με το μολύβι επιμένει στο συλλογισμό: «Υπάρχει μήπως Ατλαντίδα του λόγου;». Μα ούτε ρανίδα δεν αλιεύεται με τα λόγια. Άραγε σε ποια εποχή ζει; Κυνηγάει με πρωτόγονα μέσα, πρέπει να εξημερωθεί.
Δε μ’ εγκατέλειψε τελείως, αλλά να με, ως «άσκηση ύφους». Να πώς ταπεινώνομαι, σαν απλό δόλωμα για το απόλυτο. Ποιος θα μεσολαβήσει ανάμεσα στην αρτιότητα και την ατέλεια; Ακούει κανείς;
Είμαι τσαλακωμένο. Το χαρτί υποφέρει από τις πολλές γραμμές και τις στοιβαγμένες λέξεις.
Με απλώνει, με ισιώνει. Στην καινούργια γεωγραφία της κόλλας παρατηρεί δρόμους. Ποιους; Εγώ μένω ίδιο και απαράλλαχτο. Δεν ξέρω τρόπους προσωπικής ανάπτυξης και η αδράνεια με εξαθλιώνει.
Θα την τιμωρήσω.
Εισχωρώ στο μυαλό της ως έμμονη ιδέα. Αρχίζει το μαρτύριο της σταγόνας, ποινή όχι από άνθρωπο αλλά από στίχο. Παραμένω ημιτελές κι εκείνη συντρίβεται. Λες και από την ολοκλήρωσή μου εξαρτάται η αρμονία του σύμπαντος. Τη λυπάμαι.
Αχ, την καημένη, την καημένη. Χρειάζεται βοήθεια. Γίνομαι σύννεφο με χερσαία μορφή.
Λοιπόν, αυτή η γυναίκα δεν παίζεται με τίποτα. Με κυνηγάει σαν οπτασία, γελάει, δείχνει, λέει: «Εσύ, εσύ, πρωτεύουσα ποιας λέξης».
Επιτέλους χαίρεται. Τότε λύνω το δεσμό μας σε ψιχάλες. Ανολοκλήρωτο ποίημα, συνεχίζω τη ζωή μου στην αλφάβητο της βροχής.