Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία (απόσπασμα)

ΣΤΙΣ ΕΝΝΕΑ Ιουλίου, Τετάρτη, ο Σπύρος Μαλταμπές της άγγιξε το χέρι, στις δεκαεφτά Ιουλίου, την επόμενη Πέμπτη δηλαδή, της το ´σφιξε κιόλας, όχι το δεξί αυτή τη φορά, το άλλο, το χάιδεψε αργά, το ξανάσφιξε, έτριψε εκεί που διχαλώνουν δυο δυο τα δάχτυλα. Μαζεύτηκε κι αυτή σαν σαλιγκαράκι, ένιωσε ένα κάψιμο παντού κι αμέσως μετά την καρδιά της, δίχως ήχο, να σκάει σαν ρόδι και τα ρουμπινάκια να διαγράφουν τόξα, να ξανασκοντάφτουν στους ώμους της και πάνω του, να αναπηδούν στις πλάκες του αγίου, σαν πυγολαμπίδες. Πέθανα φαίνεται, της ήρθε στο νου χωρίς να φοβάται ή να μετανοεί.

[…]

Το πρώτο ραντεβού ήτανε κάτω στο γεφυράκι, πίσω από τα πλατάνια και τις αγριοσυκιές, απομεσήμερο κι η Όρσα είχε τη δικαιολογία ότι πήγαινε πεπονόφλουδες, καρπουζόφλουδες, αγγουρόφλουδες στο κοτέτσι του νεκροθάφτη που τους έδινε τα παραπανίσια αυγά. […]

Το δεύτερο ραντεβού αλλού, πίσω από το ιερό του Αγίου Δημητρίου, ήτανε σούρουπο και πήγαινε στη νονά της ν’ αποσπερίσουν παρέα, την έτρωγε τη μαύρη η μοναξιά μέσα στην ξεραϊλα, χωρίς γειτόνισσες, μ’ ένα σκύλο αβάφτιστο που δε γάβγιζε ποτέ. […]

Το τρίτο ραντεβού, κόντευε να νυχτώσει, είχε φεγγάρι κιόλας, ο Σπύρος Μαλταμπές κατέβηκε πρώτος στην ακροθαλασσιά και την περίμενε, στη μικρή σπηλιά όπου οι καππαριές κρέμονταν από τα βράχια σαν αφέλειες κι αυτές και της έκρυβαν το κούτελο. Βγάλανε τα παπούτσια, βράχηκαν ως τον αστράγαλο στο χλιαρό νερό, έκανε να την αγγίξει στο γόνατο και της έφυγε μια πνιχτή φρασούλα, μη, μωρέ Σπύρο, είχε στα μάτια του μια υπερκόσμια δύναμη που την παρέλυε και στα χέρια του άλλη μια που τη ζεματούσε, καρβουνάκι στο θυμιατό.[…] Το κορίτσι φορούσε το κοράλλι μεταξωτό. Σε νυχτερινό ραντεβού το χρώμα πήγαινε χαράμι. Το άγγιγμα όμως όχι.

Ραντεβού αριθμός τέσσερα, Κυριακή, είκοσι εφτά Ιουλίου, καλεσμένοι σε Παντελήδες όλοι, σούρτα φέρτα και τέλειο άλλοθι για ένα ακόμα ξεπόρτισμα στον αυλόγυρο κάποιου άλλου αγίου, οποιουδήποτε, είχαν άριστες σχέσεις με όλους.

Για το πρώτο φιλί η Όρσα φόρεσε το μπρικέ μεταξωτό, ολόκληρα τόπια της έστελνε ο πατέρας της παλιότερα, που έκανε συχνά Καλκούτα-Βομβάη, πέρασε σε κλωστή γιασεμιά και καρφίτσωσε το μπουκέτο στο τιραντάκι της, δρόσισε μπράτσα, ντεκολτέ, αυτιά με κολόνια, ράντισε και τα μαλλιά, λόγω ημέρας ο καλλωπισμός δε θα κινούσε υποψίες, δεν ήταν ανάγκη πριν επιστρέψει σπίτι να κρυφοξεπλένεται σε κρήνες και νεροσυρμές.

Το μπρικέ μεταξωτό ο Σπύρος Μαλταμπές το τίμησε δεόντως και το κατατσαλάκωσε, έσφιγγε και φιλούσε το κορίτσι του και το ´γδερνε με τις πετσικαρισμένες παλάμες του, άλλο που δεν ήθελε η Όρσα, τον αγαπούσε εδώ και εφτά χρόνια, από τα δώδεκα δεκατρία της, από έναν Νοέμβριο που έβρεχε καταρρακτωδώς, κι αυτός, στα δεκαεννιά τότε, είχε ξεντυθεί κι έκανε μακροβούτι για ένα στοίχημα με κάτι άλλους, και τα φιλιά του τα είχε ονειρευτεί έτσι ακριβώς, λιγάκι άγρια σαν κύματα, πολύ σίγουρα, σαν ανεξίτηλες σφραγίδες στα χείλη της.


Καρυστιάνη, Ιω. (2013) Μικρά Αγγλία. Εκδόσεις Καστανιώτη [1997]