Νίκος Χουλιαράς, Ο Λούσιας

19. Τα πράγματα που είναι μέσα στο κεφάλι

Την άλλη τη μέρα, πάλι μοναχός μου ήμουν στο σπίτι, κι είπα από μέσα μου. Καλά που είμαι και μοναχός μου, είπε. Γιατί κι ο Στέργιος να ’ταν, κι ο Βαγγέλης, εγώ πάλι μοναχός μου είμαι, κι όλα μες στο κεφάλι μου βρίσκονται. Ακόμα και τα Γιάννενα, κι αυτά, μες στο κεφάλι μου τα ’χω. Αλλά κι αυτοί που είναι απόξω απ’ το κεφάλι μου, καλοί είναι, λέω, γιατί κι αυτοί μες στο δικό τους το κεφάλι, πάλι μοναχοί τους θα ’ναι. Όταν είμαστε όμως όλοι μαζί, αλλιώτικοι είμαστε. Γιατί εγώ είμαι εγώ, κι ο Βαγγέλης είναι ο Βαγγέλης. Ο Στέργιος πάλι είναι άλλος, κι άλλος είναι ο πατέρας του Βαγγέλη.

Όλοι μαζί όμως, η Ελλάδα είμαστε. Γιατί, η Ελλάδα είναι και πιο μεγάλη απ’ τα Γιάννενα. Αλλά και τα Γιάννενα, Ελλάδα πάλι είναι κι αυτά.

Εγώ όμως, ξέρω μοναχά τα Γιάννενα. Κι αυτά πάλι, λίγο τα ξέρω. Κι αυτό το λέω, γιατί οι άλλοι που δεν είμαι εγώ, πιο πολλά ξέρουν, γιατί αυτοί έχουν τα φαγιά και τα σπίτια. Έχουν και τις κούρσες, πηγαίνουν και στις δουλειές. Κι εγώ λέω, ότι αυτοί, πιο πολλά θα ξέρουν, γιατί ξέρουν ν’ ακούν και το ράδιο, κι όλα τα καταλαβαίνουν. Κι αυτό εγώ το λέω, γιατί ποτέ δεν τους άκουσα να ρωτάν κανέναν πως γίνεται και τον ακούν αυτόν που είναι μες στο ράδιο και μιλάει. Αλλά και τα ποτήρια που πίνουν νερό, και τα μπουκάλια που τ’ ανοίγουν και χύνουν τη μπίρα, όλα τα ξέρουν πως γίνονται, γιατί ποτέ δε ρωτάν. Τα πιάνουν μοναχά, χύνουν την μπίρα στα ποτήρια και λεν «γειά μας».

Εμένα όμως, σα θαύμα μου φαίνονται όλ’ αυτά, και λέω, ότι οι άλλοι, απ’ τα παλιά τα χρόνια θα τα ξέρουν αυτά που κάνουν, γι’ αυτό τα κάνουν έτσι χωρίς να ρωτάν κανέναν. Γιατί αυτά τα πράματα, εγώ δεν τα ξέρω, γι’ αυτό ολοένα ρωτάω κι όλο φόβο είμαι. Ούτε και μπορώ εγώ να πάω να μιλήσω μες στο τηλέφωνο, γιατί δεν βλέπω κανέναν, κι άμα εγώ δεν βλέπω κανέναν, πως μπορώ να κάνω ότι μιλάω.

Ο Στέργιος όμως, πάει στο τηλέφωνο, το σηκώνει και μιλάει, «εμπρός!» λέει. Εκεί όμως που λέει το «εμπρός!» κανένας δεν είναι. Μονάχα τον τοίχο κοιτάει. Αλλά και πάλι, είναι κι ένα καλώδιο που κρέμεται απ’ το στόμα του, κι ο Βαγγέλης μου ’πε εμένα, ότι όταν λέει ο Στέργιος το «εμπρός», είναι όξω στο δρόμο κάτι στύλοι με σύρματα που το παίρνουν αυτό το «εμπρός» και το πηγαίνουν σ’ ένα άλλο τηλέφωνο. Γι’ αυτό, αυτός που κρατάει τ’ άλλο το τηλέφωνο στα χέρια του, καταλαβαίνει ότι είναι ο Στέργιος που είπε το «εμπρός». Εγώ όμως, δεν το καταλαβαίνω πως μπορούν και το κάνουν αυτό το πράμα τα σύρματα από μοναχά τους, γι’ αυτό, δεν πάω να μιλήσω μες στο τηλέφωνο. Αφήνω του αλλουνούς που το καταλαβαίνουν και που δεν τους πειράζει καθόλου να μιλάν χωρίς να βλέπουν κανέναν.

Γι’ αυτό, εγώ, λέω τώρα, ότι και το ράδιο γι’ αυτουνούς που το καταλαβαίνουν θα ’ναι. Γιατί αν δεν το ’ξεραν και δεν το καταλάβαιναν, τότε πως θα ’λεγε εκείνος «Η Εθνοσωτήριος Επανάστασις». Χωρίς να τον καταλαβαίνουν θα το ’λεγε; Αφού κι ο Στέργιος κι ο πατέρας του Βαγγέλη το κατάλαβαν.

Κι οι άλλοι όμως το καταλαβαίνουν. Όλοι η Ελλάδα καταλαβαίνει· γιατί, εμένα, όταν ήμουν στο σπίτι στου κυρίου Κοντολέων, η Φεβρωνία μου ’πε ότι η Ελλάδα, ανθρώποι είναι. Πολλοί ανθρώποι. Εφτά εκατομμύρια είναι, μου ’πε. Κι εγώ της είπα, «Τι είναι εκατομμύρια;» της είπα. Κι η Φεβρωνία μου ’πε «Αριθμοί είναι». Τότε εγώ είπα «Δεν ξέρω τι είναι αριθμοί», κι η Φεβρωνία μου ’πε «Δεν πειράζει, θα σου πω άλλη φορά».

Μετά όμως μου ’πε, ότι, Ελλάδα είναι και τα βουνά και τα ποτάμια. Αλλά κι οι θάλασσες κι οι λίμνες, Ελλάδα, πάλι είναι, μου ’πε.

Κι εγώ είπα τότε, πολλά είναι και δεν τα θέλω. Δεν μπορώ να τα ’χω μες στο κεφάλι μου όλ’ αυτά, γιατί πολλά είναι και μπερδεύομαι, της είπα.

«Θα τα μάθεις σιγά-σιγά και θα τα θέλεις. Θα πάω να φέρω ένα βιβλίο να σε μάθω να τα ξέρεις απ’ την αρχή» μου ’πε.

Το βιβλίο που ’φερε, κάτι γράμματα μεγάλα και στρογγυλά είχε μέσα, γι’ αυτό κι εγώ της είπα.

«Κι αυτά, Ελλάδα είναι;» της είπα.

Η Φεβρωνία όμως είπε:

«Περίμενε, σιγά σιγά».

Μου ’δειξε τότε ένα γράμμα που ήταν μπροστά-μπροστά, και μου ’πε.

«Αυτό είναι το άλφα», μου ’πε.

Με κοίταξε λίγο κι ύστερα μου ξανάπε:

«Πες μου τώρα κι εσύ. Τι είναι αυτό;»

Κι εγώ είπα, «Δεν ξέρω» είπα.

«Πως δεν ξέρεις! Τώρα μόλις δεν είπαμε ότι αυτό είναι το άλφα;» είπε.

Κι εγώ της είπα «Και γιατί να ’ναι το άλφα;»

«Γιατί έτσι πρέπει» είπε η Φεβρωνία. «Έτσι το ’χουν κάνει αυτό το γράμμα, να είναι το άλφα, κι όταν το βλέπουμε να ξέρουμε ότι είναι το άλφα!»

«Εγώ δεν το ξέρω» είπα. «Αλλά και πάλι, γιατί πρέπει εγώ να το ξέρω, ότι αυτό, πρέπει να ’ναι το άλφα;»

«Καλά, δεν το καταλαβαίνεις ότι αυτό το γράμμα το ’χουν φτιάξει οι άνθρωποι για να μπορούν να μιλάνε μεταξύ τους και να συνεννοούνται;» είπε.

«Όχι, γιατί δεν το ξέρω» είπα. «Αλλά και πάλι, αφού εγώ δεν το ξέρω, πως μπορούμε εμείς οι δυο τώρα για μιλάμε! Έχουμε και το άλφα, μέσα;»

«Ναι» είπε η Φεβρωνία. «Δεν έχουμε μόνο το άλφα, έχουμε κι άλλα είκοσι τρία γράμματα. Θέλεις να σου τα μάθω;»

«Όχι» είπα εγώ. «Το φοβάμαι το άλφα που ’ναι ζωγραφισμένο μες στο βιβλίο. Θέλω καλύτερα αυτό που ’χω μες στο στόμα μου και μιλάω».

Τότε η Φεβρωνία κάτι πήγε να μου πει, αλλά τη φώναξαν από μέσα, κι η Φεβρωνία είπε:

«Τώρα, μαμά».

Σηκώθηκε κι έφυγε. Άφηκε όμως το βιβλίο εκεί που ήταν, γι’ αυτό κι εγώ, καθόμουν και κοίταγα μες στο βιβλίο κάτι ανθρώπους που ήταν χρωματιστοί. Αυτοί οι άνθρωποι, ήσυχα πολύ κάθονταν. Ολοένα εκεί ήταν, και ποτέ δεν έφευγαν.


Νίκος Χουλιαράς (1987), Ο Λούσιας. Αθήνα: Νεφέλη