Μετά τη μελέτη του αποσπάσματος από το κεφάλαιο «Η Ειρήνη», να γίνει συνανάγνωση με το παρακάτω κείμενο της Αλκυόνης Παπαδάκη.
Να βρείτε ομοιότητες και διαφορές στα δύο κείμενα και να τις καταχωρίσετε στo αντίστοιχο πλαίσιο, που σας δίνεται μετά το κείμενο.


Αλκυόνη Παπαδάκη
Η Ειρήνη

Ακολουθεί απόσπασμα του κεφαλαίου «Η Ειρήνη» από το μυθιστόρημα Τι σου είναι η αγάπη τελικά... , όπου οι δίδυμες αδελφές Κατερίνα και Ρήνα (Ειρήνη) έχουν δοθεί από μικρές για υιοθεσία σε διαφορετικές οικογένειες. Κατά τη διάρκεια του τραυματισμού και της νοσηλείας του γιου της Κατερίνας στο νοσοκομείο, η Ρήνα δέχεται ένα τηλεφώνημα.

Η Ρήνα είχε φύγει νωρίς από το νοσοκομείο για να κάνει μπάνιο και να φορέσει καθαρά ρούχα.
  ― Πήγαινε, μαμά. Και μην έρθεις απόψε. Κάθισε ένα βράδυ να κοιμηθείς σαν άνθρωπος, στο κρεβάτι σου. Έχω την αποκλειστική.
  ― Να σ αφήσω μόνο σου όλη τη νύχτα; Αποκλείεται. Σε λίγες ώρες θα είμαι πίσω.
  Έσκυψε πάνω του και του σκέπασε το πρόσωπο με φιλιά.
  ― Όσο σκέφτομαι, Δώρη, πόσο έλειψε να σε χάσω… Μπα… Δε θα τ άντεχα. Θα κανα κι εγώ την κίνηση του Ζήνωνα.
  ― Θ αυτοκτονούσες;
  ― Ε, μα τι! Μόνο θα σ άφηνα σε κοτζάμ ουρανό;

≈≈

  ― Η… κυρία Πάτερου; Είμαι… Η Κατερίνα. Η… μητέρα του Αργύρη. (Κόμπιαζε σε κάθε λέξη, κολλούσαν τα χείλια της. Κατάπινε τη γλώσσα της.) Σας παρακαλώ, μην κλείστε. Θέλω να μιλήσουμε. Θέλω… να σας ζητήσω μια μεγάλη συγνώμη. Μάνα είστε κι εσείς, καταλαβαίνετε…
  Έμεινε άγαλμα η άλλη. Πήγε μια στιγμή να θυμώσει κι απότομα ξεχείλισε μέσα της η συμπόνια.
  ― … Ξέρω ότι δε φταίτε εσείς. Δεν ευθυνόμαστε πάντα για τις πράξεις των παιδιών μας. Και… το γεγονός ότι σας λένε και Κατερίνα με κάνει να σας συμπαθώ. Αλλά πέρασα μεγάλο πόνο. Ο Δώρης μου παραλίγο να μην υπήρχε τώρα.
  ― Καταλαβαίνω. Μη μου πείτε περισσότερα. Νιώθω τον πόνο σας, γι’ αυτό σας τηλεφωνώ. Έχω κι ένα γράμμα για τον Δώρη. Είναι η γραπτή μετάνοια του γιου μου.
  ― Δεν ξέρω πού βοηθάει αυτό. Αν τον δείτε σε τι χάλι είναι…
  ― Θε μου, γιατί να το περάσουμε αυτό. Κι εσείς, κι εγώ, σε διπλανά καζάνια βράζουμε…(Ολιγόλεπτη παύση, αμηχανίας). Μα…γιατί μου είπατε ότι συγκινηθήκατε από το όνομά μου. Έχετε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο μ αυτό το όνομα;
  ― Αχ! Παλιά ιστορία. Έχω μια αδελφή. Δεν ξέρω όμως πού βρίσκεται. Χαθήκαμε από μικρές. Την αγαπούσα τόσο πολύ! Τι κάθομαι και σας λέω τώρα…
  «Γιατί ένιωσα ξαφνικά τόση στοργή γι αυτή τη γυναίκα! Τη μάνα του παρά τρίχα φονιά…» σκέφτηκε η Ρήνα.
  ― Λυπάμαι πολύ… Τι σύμπτωση, όμως! Κι εγώ είχα μια αδελφή αγαπημένη με το δικό σας όνομα.
  ― Είχατε… είπατε. Πέθανε;
  ― Ναι. Είμαστε δίδυμες. Πέθανε πολύ μικρή.
  ― Κι εμείς δίδυμες είμαστε με την Κατερίνα… Αυτό… Τώρα… Τι να πω. Δε λέγεται σύμπτωση αυτό. Αποκλείεται. Να σε ρωτήσω, Κατερίνα… Ας αφήσουμε τους πληθυντικούς. Δεν ξέρω πού μας πάει αυτό το τηλεφώνημα. Δεν τολμώ να φανταστώ. Μια στιγμή, με συγχωρείς, να πιω λίγο νερό. Περίμενε…
  Ένιωσε ένα μούδιασμα σ όλο της το κορμί. Σαν να φύσηξε ένας δυνατός αέρας και την έπαιρνε… Την έπαιρνε… Τη σήκωνε… Την πήγαινε… Πού την πήγαινε… Πού θα την πετούσε… Γέμισε ένα ποτήρι κονιάκ, αυτό βρήκε πρόχειρο, και το άδειασε μονορούφι.
  Κι η Κατερίνα, από την άλλη μεριά, περίπου το ίδιο ένιωθε. Μια ζάλη. Μια γλυκιά ταραχή.
  «Δεν είναι δυνατόν», σκεφτόταν. Και τα χέρια της έτρεμαν. Η δική μου Ειρήνη πέθανε. «Δεν είναι δυνατόν!»
  ― Δε μου λες, Κατερίνα, εσύ, την αδελφή σου την είδες νεκρή;
  ― Τι να δω… Θα είμαστε πεντέξι χρονών τότε. Αυτό μου είπαν.
  ― Και δε μου λες, Κατερίνα, το όνομα Νεκτάριος σου θυμίζει κάτι;
  ― … Σ αυτό το ίδρυμα, του Νεκτάριου, μας είχαν παρατήσει εμένα και την Ειρήνη. Ο Νεκτάριος μας χώρισε.
  ― …Πάντως εσύ δεν πήγες ποτέ στην Αμερική. Έτσι;
  ― Ποια Αμερική. Μέχρι τη Λαμία έχω πάει. Εδώ ζούσα πάντα. Στο Πέραμα.
  ― Εσύ στο Πέραμα κι εγώ στο Κερατσίνι. Σε διπλανά καζάνια, είπες πριν… τόσα χρόνια… Κατερίνα, δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό που ζούμε τώρα. Δεν ξέρω αν είναι ένα όνειρο σαν εκείνα που έβλεπα, μια ζωή…
Η Κατερίνα έκανε νόημα στην Τασία να της πάει μια καρέκλα. Τα πόδια της λύγιζαν. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως θα εκραγεί. Προσπαθούσε ν’ αρθρώσει μια λέξη και πάνω στα χείλια της κομματιάζονταν. Έλιωνε. Γινότανε ανάσα καφτή.
  ― Κατειρήνες! μπόρεσε να φωνάξει ύστερα από λίγα λεπτά.
  ― Κατειρήνες! φώναξε κι άλλη μ έναν λυγμό.
  Κι ύστερα σιωπή. Ύστερα κλάμα δυνατό. Φωνές χαράς.
  Γέλια. Κραυγές.
  Η Τασία είχε πελαγώσει. Πήγαινε πάνω κάτω στο δωμάτιο και μουρμούριζε προσευχές.
  ― Κατερίνα, γιατί δε μου μίλησες ποτέ για όλ αυτά; Πώς μπόρεσες. Ο αδελφός μου ήξερε;
  ― Ήταν ο μόνος που ήξερε. Θα σου εξηγήσω, Τασία μου, άλλη φορά. Τώρα πρέπει να βιαστώ. Με περιμένει η αδελφή μου. Η Ειρήνη μου, Τασία, αναστήθηκε. Καταλαβαίνεις;
  Την άρπαξε, της έδωσε δυο φιλιά κι έκλεισε με δύναμη την πόρτα.

≈≈

Η Ρήνα βγήκε στο δρόμο και περίμενε. Δεν είχε υπομονή.
  ― Κατειρήνες! Κραύγασαν κι οι δυο μ’ ένα στόμα κι αγκαλιάστηκαν.
  Κόλλησαν η μια στην αγκαλιά της άλλης. Ένα σώμα. Ένα παράξενο σύμπλεγμα χαράς, πόνου, ανείπωτης ευτυχίας!
  Φιλιόνταν, έκλαιγαν, γελούσαν, φώναζαν…
  ― Κατειρήνες! Κατειρήνες!
  ― Γιατί, γιατί τόσα ψέματα… Γιατί τόσος πόνος… Γιατί… Γιατί…
  Ψέλλιζαν κι οι δυο και χαϊδεύονταν, ψαχουλεύονταν, κοιτάζονταν, προσπαθούσε καθεμιά να καθρεφτίσει την ψυχή της στο πρόσωπο της άλλης.
  Κι έβρεχε… έβρεχε δυνατά. Κι αυτές στέκονταν εκεί. Μέσα στο χαλασμό. Φοβούνταν να ξεκολλήσουν, μη βρεθεί πάλι κάποιο χέρι και τις αρπάξει.
  Κι έβρεχε… έβρεχε δυνατά.
  Κι αυτές εκεί. Μαρμαρωμένες. Σαν να γύρευαν από τη βροχή να ξεπλύνει όλα τα ψέματα, όλη την οδύνη, όλα τα δάκρυα της περασμένης τους ζωής.
  Κάπου, σε μια σχισμάδα τ’ ουρανού, σίγουρα κάποιοι αλλοπαρμένοι άγγελοι φτεροκοπούσαν κι έψαλλαν ύμνους στο Θεό. Δεν μπορεί… δεν μπορεί να ήταν μόνες τους οι Κατειρήνες μέσα σε τόση κοσμοχαλασιά. […].

≈≈

Περπατούσαν χέρι χέρι, αργά αργά στο πεζοδρόμι.
  Ήταν ίδιες.
  Κοντούλες, παχουλές, με μύτες πλακουτσωτές «σαν βατραχάκια» και κείνο το παράταιρο βήμα χήνας, που τις έκανε να μοιάζουν σαν κουτσές.
  Μόνο οι ελιές, που είχαν στο αριστερό τους μάγουλο, είχαν αλλοιωθεί με τα χρόνια.
  Κάποτε, ήταν δυο καφετί τελίτσες, που ανέτειλαν πίσω από ρόδινα μάγουλα.
    Τώρα ήταν δύο μαύρα σημάδια, που έδυαν πίσω από βαθιές ρυτίδες.


Πηγή: Αλκυόνη Παπαδάκη, Τι σου είναι η αγάπη τελικά…, εκδ. Καλέντης, Αθήνα 2011.




Να βρείτε ομοιότητες και διαφορές στα δύο κείμενα και να τις καταχωρίσετε στo αντίστοιχο πλαίσιο.