α) Να μελετήσετε το κείμενο του Ζαν-Πoλ Σαρτρ (Jean-Paul Sartre) και να το σχολιάσετε στο πλαίσιο των οικογενειακών σχέσεων.
β) Πώς αντιδρά η Σάρα και πώς ο Πάμπλο στην αναχώρηση του Γκομέζ; (προφορικά).
γ) Στo συγκεκριμένο απόσπασμα περιγράφονται γεγονότα στον χώρο και τον χρόνο. Ποιες σκέψεις και ποια συναισθήματα σας γεννά καθένα από τα παρακάτω χωρία:
    i) Κείνη κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα του σταθμού ενώ το τραίνο δεν είχε ακόμα ξεκινήσει, ο Γκομέζ διάβαζε και κάπνιζε, τα πόδια του τα είχε πάνω στα μαξιλάρια και φορούσε ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια παπούτσια από εκλεκτό δέρμα. Κείνη είδε τα παπούτσια να ποζάρουν πάνω στο γκρίζο ύφασμα του καθίσματος: ο Γκομέζ είχε πάρει εισιτήριο πρώτης θέσης: ο πόλεμος ήταν μάλλον ένα χρηματικό παιχνίδι.
    ii) Για μια ακόμα στιγμή είδε τη θάλασσα που λαμπύριζε, το λιμάνι και τα πλοία κι ύστερα τη θέα θλιβερών ξενοδοχείων, στέγες και τραμ.


Δρόμοι της ελευθερίας


  Το παρακάτω απόσπασμα ανήκει στο δεύτερο μέρος της τριλογίας Δρόμοι της Ελευθερίας (ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ). Το μυθιστόρημα αυτό έχει τίτλο Η Αναστολή και εστιάζει στις επιπτώσεις που έχουν οι πολεμικές συρράξεις στις σχέσεις ενός ζευγαριού, του Γκομέζ και της Σάρας.

     Πίσω του ο σιδηροδρομικός σταθμός και ο Γκομέζ στο τραίνο με τα πόδια του πάνω στα μαξιλάρια. Δεν του πολυαρέσανε οι αποχαιρετισμοί: «Δεν μ’ αρέσουν τ’ αγκαλιάσματα στην πλατφόρμα». Κείνη κατέβηκε τη μεγάλη σκάλα του σταθμού ενώ το τραίνο δεν είχε ακόμα ξεκινήσει, ο Γκομέζ διάβαζε και κάπνιζε, τα πόδια του τα είχε πάνω στα μαξιλάρια και φορούσε ένα ζευγάρι ολοκαίνουργια παπούτσια από εκλεκτό δέρμα. Κείνη είδε τα παπούτσια να ποζάρουν πάνω στο γκρίζο ύφασμα του καθίσματος: ο Γκομέζ είχε πάρει εισιτήριο πρώτης θέσης: ο πόλεμος ήταν μάλλον ένα χρηματικό παιχνίδι. Τον μισώ, σκέφτηκε κείνη. Ένιωθε ένα κενό μέσα της. Για μια ακόμα στιγμή είδε τη θάλασσα που λαμπύριζε, το λιμάνι και τα πλοία κι ύστερα τη θέα θλιβερών ξενοδοχείων, στέγες και τραμ.
    — Πάμπλο, μην περπατάς τόσο γρήγορα, θα πέσεις.
    Το αγόρι στάθηκε με το ένα του πόδι αιωρούμενο. Κείνος πάει να δει το Ματιέ. Θα μπορούσε ίσως να μείνει μια ακόμα μέρα μαζί μου, ωστόσο προτίμησε το Ματιέ. Τα χέρια της ζεματάγανε. Όσο καιρό ήταν εκείνος μαζί μου, μ’ έτρωγε το σαράκι: τώρα έφυγε και τάχω χαμένα.
    Ο μικρός Πάμπλο την κοίταξε πένθιμα:
    —Έφυγε ο μπαμπάς μου; τη ρώτησε.
    Ένα ρολόι πάνω απ’ το δρόμο έδειχνε μία και τριανταπέντε. Το τραίνο είχε αναχωρήσει εδώ κι εφτά λεπτά.
    — Ναι, αποκρίθηκε η Σάρα. Έφυγε.
    — Πάει να πολεμήσει; ρώτησε ο Πάμπλο με μάτια που αστράφτανε.
    — Όχι, είπε η Σάρα. Πάει να δει κάποιον φίλο του.
    — Ναι, αλλά μετά θα πάει να πολεμήσει;
    — Μετά, είπε η Σάρα, μετά θα πάει να ξεσηκώσει άλλους να πολεμήσουν.
    Ο Πάμπλο άλλαξε πόδι κι έπειτα τσακίζοντας το γόνατό του έκανε ένα πήδουλο στο πεζοδρόμιο, μετά γύρισε και κοίταξε τη μητέρα του μ’ ένα χαμόγελο περηφάνειας. Κείνη δεν του ανταπέδωσε το χαμόγελο, στράφηκε και κοίταξε απάνω κει τη μεγάλη σκάλα. [...]. Ένα μικρό χεράκι άγγιξε το δικό της, το έπιασε κι έριξε τα μάτια της στον Πάμπλο. Ήταν ντυμένος μ’ ένα ναυτικό πουκάμισο και φορούσε ψάθινο καπελάκι.
    — Γιατί με κοιτάζεις έτσι; ρώτησε ο Πάμπλο.
    Η Σάρα γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε κατά το δρόμο. Τρόμαξε με τον εαυτό της που φάνηκε τόσο αδυσώπητη. Στο κάτω - κάτω, είναι ένα παιδάκι, συλλογίστηκε. Ένα παιδάκι τόσο δα. Το ξανακοίταξε και προσπάθησε να χαμογελάσει, μα δεν το κατόρθωσε, το στόμα της είχε σφιχτεί και τα σαγόνια της δε λέγανε να κουνηθούν. Τα χειλάκια του παιδιού άρχισαν να τρέμουν κι αυτή κατάλαβε ότι ήταν έτοιμο να μπήξει τα κλάματα. Το τράβηξε κοντά της και ξεκίνησαν. Το αγόρι μέσα στην έκπληξή του, λησμόνησε τα δάκρυά του, και βάδιζε κοντά της πηδηχτά.
    — Πού πάμε, μαμά;
    — Δεν ξέρω, είπε η Σάρα.
    Στρίψανε στον πρώτο δρόμο δεξιά. Ήταν τελείως έρημος: τα μαγαζιά ήσαν όλα κλειστά. Τάχυνε το βήμα της ξανά κι έστριψε σ’ έναν άλλο δρόμο αριστερά ανάμεσα σε ψηλά γκρίζα κι άθλια σπίτια. Και τούτος ο δρόμος ήταν παντέρημος.
    — Μην πας τόσο γρήγορα, είπε ο Πάμπλο.
    Η Σάρα έσφιξε το χεράκι του δίχως ν’ αποκριθεί και τον έσυρε στο διάβα της. Φτάσανε σ’ έναν πλατύ ίσιο δρόμο στρωμένο με ράγες του τραμ. Ωστόσο ούτε τραμ ούτε αυτοκίνητο υπήρχε πουθενά, μονάχα χαμηλωμένα σιδερένια ρολά των μαγαζιών και οι ράγες του τραμ που οδηγούσαν στο λιμάνι. Η Σάρα τού έσφιξε δυνατά το χεράκι.
    — Μαμά, έσκουξε ο Πάμπλο. Ω, μαμάκα μου!
    Τώρα ο μικρός έτρεχε για να την φτάνει. Δεν έκλαιγε, ήταν όμως λευκός σαν πανί με μαύρα δαχτυλίδια κάτω απ’ τα ματάκια του: την κοίταξε σηκώνοντας το κεφαλάκι του ερωτηματικά και δύσπιστα. Η Σάρα στάθηκε: δάκρυα τρέχανε στα μάγουλά της.
    — Φτωχό μου παιδάκι, είπε. Φτωχό μου αθώο πλασματάκι.
    Έσκυψε μπροστά του: λίγο την ένοιαζε τι θα γινόταν αργότερα. Για την ώρα ο μικρός ήταν εκεί, ένα αθώο ασχημούτσικο   παιδάκι με μια μικροσκοπική σκιούλα στα πόδια του, μονάχο στον κόσμο και μ’ όλους αυτούς τους τρόμους στα ματάκια του, ωστόσο, στο κάτω - κάτω δεν ζήτησε κείνο ναρθεί στον κόσμο.
    — Γιατί κλαις; ρώτησε ο Πάμπλο. Κλαις γιατί έφυγε ο μπαμπάς;
    Τα δάκρυα της Σάρας στέρεψαν και της ήρθε να γελάσει. Όμως ο Πάμπλο την κοίταξε θυμωμένα. Σηκώθηκε και στρέφοντας το κεφάλι της αλλού είπε: — Ναι, Ναι, κλαίω για τον μπαμπά.
    — Θα πάμε γρήγορα στο σπίτι; τη ρώτησε.
    — Κουράστηκες; Έχουμε αρκετό δρόμο ακόμα για να φτάσουμε. Έλα, ας πηγαίνουμε σιγά - σιγά.
    Βάδισαν λίγα βήματα κι έπειτα ο Πάμπλο στάθηκε: σήκωσε ένα δαχτυλάκι του κι έδειξε: — Κοίτα! της είπε με μια κρυφή ευχαρίστηση.
    Ήταν ένα πανώ μπρος στην πόρτα ενός σινεμά που ήταν μπογιατισμένος στα μπλε. Πήγαν κοντά. Μια μυρουδιά φορμαλίνης1 έβγαινε απ’ τη σκοτεινή και δροσερή αίθουσα. Το πανώ έδειχνε κάτι καουμπόηδες να κυνηγάνε ένα μασκοφόρο και να πυροβολούν με τα πιστόλια τους. Κι’ άλλοι πυροβολισμοί, κι άλλα πιστόλια. Ο Πάμπλο κοκκίνησε καθώς κοίταζε: θάβαζε και κείνος το κράνος του και σηκώνοντας το όπλο του όταν θα πάει στο σπίτι θα παράσταινε το μασκοφόρο ληστή τρέχοντας μέσ’ στο δωμάτιο. Η Σάρα δεν είχε το κουράγιο να τον απομακρύνει. Μόνο γύρισε αλλού τα μάτια της.


Πηγή: Ζ. Π. Σαρτρ, Δρόμοι της Ελευθερίας, ΙΙ Η Αναστολή, μυθιστόρημα, μτφρ. Μάριου Λαέρτη, εκδ. Αλέκου Χ. Ρούγκα, Αθήνα 1968.



1φορμαλίνη: φορμόλη, που χρησιμοποιείται στην ιατρική.