Δίνεται γλωσσάρι της λέξης «νοσταλγός», η οποία ως «νόστος» υπάρχει από τα ομηρικά έπη.
Νοσταλγώ < νοσταλγία. Νοσταλγώ από το νόστος + άλγος
•
αισθάνομαι νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο για κάτι που επιθυμώ
πολύ να δω π.χ. τόπο, άνθρωπο, πατρίδα. Γενικά, σημαίνει λαχτάρα
γυρισμού στην πατρίδα.
• θυμάμαι κάτι από το παρελθόν για
το οποίο έχω ωραίες αναμνήσεις.
Παραγωγή: νοσταλγικά,
νοσταλγικός, νοσταλγός.
Σύνθεση: παλιννοστῶ/ παλιννοστώ
(=επαναπατρίζομαι), παλιννόστησις/ση, παλιννοστούντες.
Πηγή: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ΑΠΘ, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1998.