Δραστηριότητα: το τέλος του διηγήματος της Λιλίκας Νάκου
Αφού διαβάσετε το κείμενο με το τέλος του διηγήματος, που
συνδέεται με την ερώτηση 2 του Ανθολογίου σας, να συμπληρώσετε
στον πίνακα που σας δίνεται, αν οι υποθέσεις και οι προβλέψεις
σας για την ολοκλήρωση του έργου επιβεβαιώνονται ή διαψεύδονται.
Λιλίκα Νάκου Το μάτι του Θεού
Περπατούσαμε και δε μιλούσαμε. Είχαμε πάρει τώρα το
δρόμο του Αγίου Κωνσταντίνου και κοντεύαμε να φτάσουμε στο
Σταθμό Λαρίσης. Εδώ, στ ̓ ανοιχτά, φύσαγε ένας τσουχτερός βοριάς.
Έτρεμε από το κρύο ο Δεσπότης. Ήταν ξυπόλητος και τα ρούχα του
ήσαν καλοκαιρινά. Στάθηκα και του πήρα ένα παστέλι. Μα μου είπε:
«Δε μπορώ να φάω! Είναι πρησμένος ο λαιμός μου... Θάθελα ένα
ζεστό». Μπήκαμε σ’
ένα μικρό καφενείο. Παράγγειλα ένα τσάι του βουνού.
Ο Δεσπότης έπινε γουλιά - γουλιά και δε μιλούσε.
Έτρεμε ολόκληρος.
Σαν κάπως συνήλθε, μου έκανε με ένα ύφος σα νάρχιζε
κάποιο παραμύθι:
« Κυρία Νάκου, μου λέει, κάτι ήθελα πάντα να σας
ρωτήσω... Από καιρό ήθελα να ρωτήσω τους δασκάλους μου, τότε στο
σχολείο, μα δεν τολμούσα. Τους φοβόμουν. Εσείς πάλι φεύγατε
γλήγορα, σαν τέλειωνε το μάθημα, επειδής τα παιδιά σας κάνανε
πάντα καζούρα, και δεν πρόφταξα ποτές να σας ρωτήσω κάτι».
Τι νάτανε το ρώτημα του παιδιού; Το κοίταξα έκπληκτη
και περίεργη. Τι το βασάνιζε τόσο καιρό; Ποιο πρόβλημα
τυραννούσε τη μικρή ψυχή του Δεσπότη; Ήμουνα τώρα κ ̓ εγώ πολύ
περίεργη να μάθω. Κοίταζα τα μπλε μάτια του αγοριού.
Τι να κρύβανε πίσω τους τα μάτια αυτά;
Μήπως έκανε καμιά ερώτηση κουτή, από κείνες τις κουτές ερωτήσεις
που αποστομώνουνε και τους καλύτερους δασκάλους; Μήπως;... Μα δε
πρόφτασα να τελειώσω το συλλογισμό μου.
«Κυρία Νάκου...», έκανε το αγόρι. «Ο Θεός...
Νομίζετε ότι ο Θεός είναι ένα μεγάλο μάτι, από αυτά που βάζουνε
πάνω από τις εκκλησιές μας στο Ιερό;
Η μάνα μου, μου είχε κάποτες πει: Είναι το Μάτι του Θεού και
βλέπει τα Πάντα! Ο Θεός, λέει, είναι ένα μάτι!...»
«Ναι, ο Θεός μπορεί νάναι και ένα μάτι, μπορεί να
είναι και όλα», του απάντησα τότε εγώ.
Μα ο Δεσπότης απόμεινε πάλι σκεφτικός. Δεν ήταν
ευχαριστημένος, ως φαίνεται, από την εξήγηση αυτή. Κάτι άλλο
βασάνιζε ακόμα την ψυχή του. Είπε στο τέλος, σα να μιλούσε με
τον εαυτό του:
« Ώστε έτσι, ε;... Είναι ένα μάτι! Ένα μεγάλο μάτι,
ο Θεός που μας κοιτά! Τότε έκανα καλά...»
«Τι έκανες καλά; Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις».
«Ακούτε, κυρία Νάκου», μου εξομολογήθηκε τότε το
παιδί. «Καιρό τώρα στον ύπνο μου βλέπω ένα μάτι. Ένα μεγάλο
μάτι… Πότε κοιτάζει εμένα, πότε, λέει, τον κόσμον όλο... Και
μένα με πιάνει ένας πόνος στην ψυχή. Λέω μέσα μου: «Κλαίει το
μάτι του Θεού... Κάτι θα βλέπει, και γι ̓ αυτό κλαίει... Δεν το
είπα αυτό κανενός... Μα να, κάποτες ήθελα να το έλεγα, να
ξαλαφρώσω. Ναι, τώρα κατάλαβα... Λυπάται, λέω, το Μάτι του Θεού
τους ανθρώπους του. Γι ̓ αυτό κλαίει... Και γι ̓ αυτό και γω,
κρυφά ένα σούρουπο, σκαρφάλωσα στην εκκλησία ψηλά, πάνω σε μια
σκάλα, και κόλλησα μπροστά στο Μάτι του Θεού ένα σκούρο χαρτί
για να μη βλέπει! Δεν ξέρω αν έκανα καλά... Μα, μια φορά, εγώ
έπαψα πια να το βλέπω στον ύπνο μου και ησύχασα. Μόνο, τώρα,
λέω, πριν με πάρει ο ύπνος, σαν πλαγιάζω κει πίσω από την
αυλόπορτα, μέσα στις λάσπες: Μάτι του Θεού, λυπήσου μας! Λυπήσου
τον κόσμον όλο!... Και τότε κοιμάμαι ήσυχος... Μόνο που
κρυώνω...»
Ιανουάριος 1942
Πηγή: Λιλίκα Νάκου, Η Κόλαση των Παιδιών, 8η έκδ.,
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Ι. Δ. ΚOΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα
1999.