Να διαβάσετε το απόσπασμα που δίνεται από το έργο του Γεωργίου Βιζυηνού Το μόνον της ζωής του ταξείδιον. Στη συνέχεια, να δικαιολογήσετε τον τίτλο του διηγήματος και να γράψετε την απάντησή σας στο πλαίσιο.
Γεώργιος Βιζυηνός
Το μόνον της ζωής του ταξείδιον
Στο απόσπασμα ο αφηγητής συζητά με τον παππού του, ο οποίος τον έχει ήδη πληροφορήσει για τα ταξίδια που ματαίωσε όσο ήταν παντρεμένος. Επίσης, για τα παιδικά του χρόνια, που τα πέρασε ντυμένος κορίτσι, προκειμένου να μην τον πάρουν οι Τούρκοι και τον κάνουν γενίτσαρο, καθώς και για τον γάμο του στην ηλικία των δέκα ετών. Στην ερώτηση του αφηγητή αν ο παππούς είχε προλάβει να ταξιδέψει πριν να παντρευτεί, ο τελευταίος διηγείται τα παρακάτω:
Βγαίνω από την αυλή, στρίβω δεξιά και ―
δρόμο! Ο κόσμος που μ’ έβλεπε, πού να με γνωρίση πως ήμουν η
Γεωργιά η θυγατέρα του Σύρμα! Ήταν σαν να ήρθα πρώτη φορά στον
κόσμο.
Ως και η Χρουσή, η γιαγιά σου, που με
είδεν έτσι με το καβάδι*, μ’ έβαλε μπροστά με ταις πέτραις. Όχι
τάχα πως μ’ εγνώρισεν∙ μα έτσι τα κατάτρεχεν από μιας αρχής τ’
αγόρια. Εγώ ― δρόμο. Από τέτοιο ταξείδι, ποιος μπορεί να μ’
εμποδίση; Βγαίνω στους κήπους∙ μβαίνω στα χωράφια∙ περνώ τον
ποταμό∙ τα μάτια καρφωμένα στην “τούμβα”*, και ― δρόμο. Πάγω ένα
μίλι, πάγω δύο. Μα ― τι θαρρείς, ψυχή μου; Η “τούμβα”, όσο
προχωρώ, τραβιέται μακρότερα! Ο ουρανός, όσο κοντεύω, σηκώνετ’
αψηλότερα! Α! αυτό, ψυχή μου, μ’ έκοψε τα γόνατα! Κουρασμένος
ήμουν από πολύ προτήτερα, μα δεν μ’ αποφάνηκε, παρά σαν είδα πως
η άκρα του ουρανού επήγαινεν όλον έν μακρύτερ’ από την
“τούμβαν”, που ελογάριαζα να τον εύρω. Τότε μου εκόπηκε το
“χαβέσι”, και έννοιωσα, πως είμαι κουρασμένος, πως πεινώ, πως το
ξύλο που σηκόνω βαραίνει σαν μολύβι, πως άρχησε να βραδυάζη και
―τι τα θέλεις, ψυχή μου; ― τότες εγύρισα πίσω κι αφήκα το
ταξείδι ατελείωτο!
Γιατί, διες, επρόσθεσεν είτ’ αμέσως ο
γέρων, εσυλλογίσθηκα κοντά εις τ’ άλλα και τον κύρη μου. Αυτός
―Θεός σχωρέσ’ τονε― δεν έμοιαζε την γιαγιά σου, την
Χατζίδενα.
― Πώς, παππού;
― Χμ! είπεν εκείνος, εκφραστικώς μειδιάσας*. Η
γιαγιά σου, ψυχή μου, μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει. Ο κύρης μου
έβρεχε, μα δεν εμπουμπούνιζε! Γι’ αυτό, ψυχή μου, εγύρισα πίσω.
― Ήταν “το μόνο ταξείδι της ζωής μου”, επρόσθεσεν είτα* σύννους*
ο γέρων, μα ― έμειν’ ατελείωτο.
― Και τα πράγματα, που είδες παππού, και
ξεύρεις; ― ηρώτησα εγώ τότε εν μεγίστη απορία. ― Στην χώρα που
ψήν’ ο ήλιος το ψωμί εκεί κοντά που ζουν οι Σκυλοκέφαλοι, πότε
επήγες, παππού;
― Ω! είπεν εκείνος τότε. Αυτού, ψυχή μου, δεν
επήγα∙ με τ’ αφηγήθηκε η γιαγιά μου, όταν μ’ εμάθαινε να
πλέκω.
― Και στης θάλασσας τον αφαλό, παππού, που
βγαίνει η Φώκια και πιάνει τα καράβια, και τα ρωτά για τον
Αλέξανδρο τον βασιλέα; Κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Κι αυτό με τ’ αφηγήθηκ’ η
γιαγιά μου.
― Και στο σπήλαιο, παππού, που είν’ η Μάγισσα,
που μαρμαρώνει τους ανθρώπους, κ’ εκεί δεν επήγες;
― Όχι, ψυχή μου! Η γιαγιά μου, με τ’
αφηγήθηκε, η γιαγιά μου.
Πηγή: Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, α΄ ανατ., εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986.
* καβάδι: είδος ενδύματος
* τούμβα: η τούμπα, μικρός λόφος που δημιουργήθηκε από συσσώρευση
υλικών.
* είτα: έπειτα
* σύννους: σκεφτικός
* μειδιάσας: χαμογελώντας