Να διαβάσετε το ακόλουθο απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν, Μιχαήλ Στρογκόφ. Κατόπιν, να γράψετε στο πλαίσιο τη συνέχεια της ιστορίας, ώστε να βοηθήσετε τον ομώνυμο ήρωα και τη Νάντια να ξεπεράσουν τον κίνδυνο που τους απειλεί.


Ιούλιος Βερν
Ανάμεσα στις δύο όχθες


Ο Ρώσος στρατιωτικός Μιχαήλ Στρογκόφ αναλαμβάνει την αποστολή να μεταφέρει εγκαίρως ένα μήνυμα στον αδελφό του τσάρου, που βρίσκεται στο Ιρκούτσκ, πόλη της Σιβηρίας. Καθώς οι Τάταροι προελαύνουν στη Σιβηρία, η έγκαιρη μεταφορά του μηνύματος είναι ζωτικής σημασίας. Στο παρακάτω απόσπασμα από το ομότιτλο κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Ιουλίου Βερν Μιχαήλ Στρογκόφ, ο Μιχαήλ μαζί με τη σύντροφό του Νάντια και άλλους φυγάδες πλέουν κατά τη διάρκεια της νύχτας με μια σχεδία προς το Ιρκούτσκ.

    Και η κατάσταση γινόταν όλο και πιο κρίσιμη. Αν η σχεδία σταματούσε, αν τσακιζόταν πάνω στους πάγους και ξέφευγαν οι κορμοί των δέντρων, τότε οι φυγάδες όχι μόνο δε θα έφταναν στο Ιρκούτσκ αλλά θα έμεναν έρμαια των πάγων που θα τους κύκλωναν, και όταν θα ξημέρωνε, οι Τάταροι θα τους έβλεπαν και θα τους έσφαζαν ανελέητα.
    Ο Μιχαήλ Στρογκόφ ξαναγύρισε κοντά στη Νάντια. Την πλησίασε και της έπιασε το χέρι, λέγοντάς της για μιαν ακόμη φορά:
    ― Νάντια, είσαι έτοιμη;
    Και για μιαν ακόμη φορά η Νάντια του απάντησε:
    ― Είμαι έτοιμη!
    Η σχεδία προχωρούσε ανάμεσα στους πάγους. Αν στένευε ο Ανγκάρα, θα τον έφραζαν οι πάγοι και η σχεδία δε θα μπορούσε ν ακολουθήσει πια το ρεύμα. Προχωρούσε όλο και πιο αργά. Κάθε τόσο χτυπούσε πάνω στους πάγους και τρανταζόταν. Η αργοπορία της γινόταν πολύ ανησυχητική.
    Δεν απέμεναν παρά λίγες μόνο ώρες νύχτας. Αν οι φυγάδες δεν έφταναν στο Ιρκούτσκ πριν από τις πέντε το πρωί, έπρεπε να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα, για να μπουν.
    Στη μία και μισή το πρωί, η σχεδία σκόνταψε παρά τις προσπάθειες των φυγάδων πάνω σ’ ένα πυκνό φράγμα και σταμάτησε οριστικά. Οι πάγοι που έρχονταν από την αντίθετη πλευρά, έπεσαν πάνω της και την ακινητοποίησαν, λες και είχε προσκρούσει σε ύφαλο.
    Σε κείνο το σημείο, ο Ανγκάρα στένευε και η κοίτη του είχε το μισό από το κανονικό της πλάτος. Γι αυτό και οι πάγοι που έπλεαν αραιά είχαν συσσωρευτεί τώρα εκεί, και είχαν γίνει ένα συμπαγές σώμα. Πεντακόσια μέτρα πιο πέρα η κοίτη του ποταμού ξαναφάρδαινε, οι πάγοι ξεχώριζαν ένας ένας και κυλούσαν πάλι προς το Ιρκούτσκ. Ήταν δηλαδή πολύ πιθανό, αν δε στένευαν οι δύο όχθες, να μη σχηματιζόταν αυτό το φράγμα και η σχεδία να μπορούσε να συνεχίσει να κατεβαίνει το ρεύμα. Ωστόσο, το κακό ήταν ανεπανόρθωτο και οι φυγάδες έπρεπε να παραιτηθούν από κάθε ελπίδα να φτάσουν στο στόχο τους.
    Αν είχαν στη διάθεσή τους εργαλεία σαν αυτά που έχουν τα φαλαινοθηρικά, για ν ανοίγουν κανάλια μέσα από τα παγόβουνα, θα μπορούσαν να υπερνικήσουν το εμπόδιο. Δεν είχαν όμως ούτε ένα πριόνι, ούτε μια σκαπάνη, για να ραγίσουν αυτή την επιφάνεια που το μεγάλο κρύο την είχε μετατρέψει σε γρανίτη.
    Τι έπρεπε να κάνουν;
    Εκείνη τη στιγμή τουφεκιές ακούστηκαν στη δεξιά όχθη του Ανγκάρα. Βροχή από σφαίρες κατευθύνθηκε προς τη σχεδία. Τους είχαν δει; Σίγουρα, μια και άλλες εκπυρσοκροτήσεις ακούστηκαν από την αριστερή όχθη. Οι φυγάδες παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο πυρά, είχαν γίνει στόχος των Τάταρων σκοπευτών. Μερικοί πληγώθηκαν από τις σφαίρες, παρ’ όλο που αυτές μέσα στο σκοτάδι, έπεφταν στην τύχη.
    ― Έλα, Νάντια, ψιθύρισε ο Μιχαήλ Στρογκόφ στο αυτί της κοπέλας. […]
    ― Πρέπει να περάσουμε το φράγμα, της είπε χαμηλόφωνα. Οδήγησέ με, όμως κανένας να μη μας δει να φεύγουμε.
    Η Νάντια υπάκουσε. Ο Μιχαήλ Στρογκόφ κι αυτή ξεγλίστρησαν από τη σχεδία μέσα στο βαθύ σκοτάδι που ξέσκιζαν εδώ κι εκεί οι τουφεκιές.
    Η Νάντια σερνόταν μπροστά από τον Μιχαήλ Στρογκόφ. Οι σφαίρες έπεφταν γύρω τους σαν χαλάζι και χτυπούσαν πάνω στους πάγους. Η παγωμένη επιφάνεια, γεμάτη από αιχμηρές προεξοχές, τους μάτωνε τα χέρια∙ ωστόσο, αυτοί προχωρούσαν.
    Δέκα λεπτά αργότερα, είχαν φτάσει στην άκρη του φράγματος. Εκεί τα νερά του Ανγκάρα λευτερώνονταν και πάλι. Λίγα κομμάτια που είχαν ξεφύγει από τους μεγάλους όγκους πάγου κυλούσαν ξανά, ακολουθώντας το ρεύμα που οδηγούσε στην πόλη.
    Η Νάντια κατάλαβε τι ήθελε να επιχειρήσει ο Μιχαήλ Στρογκόφ.
    ― Έλα, του είπε, και οι δυο πλάγιασαν πάνω σ’ ένα κομμάτι πάγου, που είχε ξεκοπεί από το φράγμα.
    Ο πάγος άρχισε να κυλάει. Η κοίτη του ποταμού φάρδαινε, ο δρόμος ήταν ελεύθερος.



Πηγή: Ιούλιος Βερν (Jules Verne), Μιχαήλ Στρογκόφ, μτφρ. Ζωρζ Σαρή, Ελένη Ρώτη-Βουτσάκη, 3η εκτ., εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1993.