Να διαβάσεις την τελευταία ενότητα του παραμυθιού Ποιο είναι το γληγορώτερο πράμα του κόσμου;
Ποιος, κατά τη γνώμη σου, είναι ο/η πραγματικός/ή πρωταγωνιστής/στρια του παραμυθιού;


Ποιο είναι το γληγορώτερο πράμα του κόσμου;


   Αφού επέρασαν ολίγα χρόνια, μια μέρα καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και βλέπει να έρχεται ένας με το γαϊδουράκι του φορτωμένο∙ μα έξαφνα του ψοφά ο γάιδαρος εκειδά που περπατούσε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά - αριστερά, για να του δώσει καμμιά βοήθεια.
   Εκείνη δα την ώρα περνούσε άλλος με το γάιδαρό του και βλέπει που ο ψοφισμένος γάιδαρος είχε καινούργιο σαμάρι. Βγάζει λοιπόν το παλιό του δικού του και παίρνει το καινούργιο.
   Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν∙ ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του.
   Η βασίλισσα αποπάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει: «Να πάρη ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του». Κ έτσι έγινε, αφού το διάταξεν η βασίλισσα.
   Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκαμε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κ ευθύς λέει της βασίλισσας, «να ετοιμαστής να φύγης, αφού δεν εκράτησες τη συμφωνία μας». Μα η βασίλισσα έξυπνη του λέει: «Θα φύγω ευθύς, μόνο το βράδυ να φάμε μαζί». — «Καλά», της είπε εκείνος. Η βασίλισσα όμως, όταν έτρωγαν, έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και, μόλις το ήπιε, αμέσως εκοιμήθηκε.
  Ευθύς εκείνη διάταξε να ετοιμαστή η βασιλική άμαξα. Αφού την ετοιμάσανε, διατάζει και πιάνουν το βασιλιά, όπως ήταν κοιμισμένος, και τον βάζουν μέσα και μια και δυο στο σπίτι του πατέρα της.
  Ο πατέρας της άμα την είδε, ετρόμαξε και την ερώτησε: «Τι τρέχει παιδί μου;» Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι αυτό έπρεπε να σωπάση. Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεββάτι τους.
  Το πρωί άμα εξύπνησε ο βασιλιάς, εκοίταζε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του κ’ ευθύς πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:
  — Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;
  — Θέλω να μου πης πού βρίσκομαι.
  — Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.
  — Και ποιος σου έδωκε την άδεια να με φέρης εδώ;
  Ευθύς εκείνη του δείχνει το χαρτί που είχαν καμωμένο, να διαλέξη ό,τι θέλει, να το πάρη από το παλάτι και να φύγη∙ και του λέει:
  ― Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κ εσένα επήρα.
  Εγέλασε τότε ο βασιλιάς και της λέει:
  ― Μπράβο σου! συ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σού δίνω το δικαίωμα να κρίνης όλες μου τις υποθέσεις.
  Σηκώνονται λοιπόν και πάνε πίσω στο παλάτι τους

κ εζήσαν κ επεθάνανε
παιδιά κ’ εγγόνια εκάμανε.



Πηγή: Ελληνικά Παραμύθια, Εκλογή Γ. Α. Μέγα, Σειρά πρώτη, 11η έκδ., Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ιωάννου Δ. Κολλάρου & ΣΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 1998.