Να διαβάσετε το απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Γ. Γκάαρντερ,
Ο κόσμος της Σοφίας (κεφάλαιο: «Οι μύθοι»), που
παρατίθεται παρακάτω, και να χαρακτηρίσετε τις προτάσεις ως
σωστές ή λανθασμένες.
Γιοστέιν Γκάαρντερ
Οι Μύθοι
Ακολουθεί απόσπασμα από το κεφάλαιο «Οι Μύθοι»
του μυθιστορήματος
Ο κόσμος της Σοφίας.
Στο μυθιστόρημα αυτό η μικρή Σοφία λαμβάνει από κάποιον
μυστηριώδη αποστολέα μια σειρά από επιστολές, που τη μυούν
σταδιακά στην Ιστορία της Φιλοσοφίας. Η συγκεκριμένη
επιστολή έχει τίτλο: «Ο κόσμος των Mύθων».
Ρίξαμε μια σύντομη ματιά στον μυθικό κόσμο της Βόρειας
Ευρώπης. Υπήρχαν αμέτρητοι μύθοι για τον Θορ και τον
Οντίν, τον Φρέι και τη Φρέγια, τον
Χοντ και τον Μπάλντερ, καθώς και για πολλές
πολλές άλλες θεότητες. Τέτοιοι μύθοι υπήρχαν σ’ όλο τον κόσμο,
πριν αρχίσουν οι φιλόσοφοι να σκαλίζουν το ζήτημα. Γιατί και
οι Έλληνες είχαν μυθολογία, όταν γεννήθηκαν οι πρώτες
φιλοσοφίες. Αιώνες ολόκληρους αφηγούνταν η μια γενιά στην
επόμενη, τις ιστορίες και τις περιπέτειες των θεών. Στην
Ελλάδα, οι θεότητες ονομάζονταν Δίας και
Απόλλωνας, Ήρα και Αθηνά,
Διόνυσος και Ασκληπιός, Ηρακλής και
Ήφαιστος. Κι αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους Έλληνες
θεούς. Γιατί υπήρχαν πολλοί.
Στα
700 προ Χριστού περίπου, ο Όμηρος κι ο Ησίοδος έσωσαν στα έργα
τους μεγάλα μέρη του ελληνικού μυθολογικού θησαυρού. Η
καταγραφή αυτή άλλαξε ριζικά την κατάσταση. Γιατί μόλις οι
μύθοι έγιναν χειροπιαστοί, και μπορούσε ο καθένας να τους
διαβάσει, αμέσως άρχισε η συζήτηση.
Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι
επέκριναν τους ομηρικούς θεούς, επειδή έμοιαζαν πάρα πολύ με
τους ανθρώπους: κι οι άνθρωποι απόρησαν που οι θεοί ήταν
εγωιστές κι ασυνεπείς σαν κι αυτούς τους ίδιους. Για πρώτη
φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας ειπώθηκε καθαρά πως ίσως οι
μύθοι να μην ήταν τίποτα παραπάνω από κατασκευάσματα του
ανθρώπινου μυαλού. […]
Την εποχή
εκείνη, οι Έλληνες ζούσαν σε πόλεις-κράτη στην Ελλάδα. Ήταν η
εποχή του Αποικισμού: ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν σε όλη τη
Μικρά Ασία και τη Νότια Ιταλία. Οι σκλάβοι ασχολούνταν με όλες
τις χειρωνακτικές δουλειές, και οι ελεύθεροι πολίτες είχαν το
χρόνο ν’ αφοσιώνονται στην πολιτική και στην καλλιτεχνία. Κάτω
απ’ αυτές τις ευνοϊκές συνθήκες, η ανθρώπινη σκέψη έκανε ένα
άλμα προς τα εμπρός: το άτομο μπόρεσε να θέσει ερωτήματα για
την οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας και να πάρει στα χέρια
του την ευθύνη των απαντήσεων. Μπόρεσε, ακόμα, να θέσει
ερωτήματα φιλοσοφικά, χωρίς να στηρίζεται πια στους αρχαίους
μύθους και στις προγονικές παραδόσεις.
Λέμε, λοιπόν, πως την εποχή
εκείνη ολοκληρώθηκε το πέρασμα από τη μυθολογία σ’ ένα νέο
τρόπο σκέψης, στηριγμένο στην εμπειρία και τη λογική. Ο στόχος
των πρώτων Ελλήνων φιλοσόφων ήταν να δώσουν
φυσικές εξηγήσεις στα φυσικά φαινόμενα.
Η Σοφία τριγυρνούσε στον κήπο. Προσπαθούσε να
ξεχάσει όλα όσα είχε μάθει στο σχολείο – προπαντός όσα είχε
διαβάσει στα βιβλία της Φυσικής Ιστορίας.
Αν είχε γεννηθεί και μεγαλώσει
μέσα σ’ αυτό τον κήπο, χωρίς να ξέρει τίποτε άλλο για τη φύση,
τότε τι θα σκεφτόταν για την άνοιξη;
Θα έπλαθε, άραγε, με το νου της
μια εξήγηση, όταν θα ’βλεπε ξαφνικά μια μέρα τη βροχή να
πέφτει; Θα ’βρισκε ίσως με τη φαντασία της μια ιστορία, για να
εξηγήσει το πώς έλιωναν τα χιόνια κι ανέβαινε ο ήλιος στον
ουρανό;
Μα, βέβαια! Όσο γι’
αυτό, ήταν σίγουρη. Κι αμέσως άρχισε να πλέκει τον δικό της
μύθο, το δικό της ποίημα:
Ο
χειμώνας είχε απλώσει τα παγωμένα χέρια του πάνω στη γη,
επειδή ο κακός Μουριάτ κρατούσε φυλακισμένη την όμορφη
πριγκίπισσα Σικίτα. Μια μέρα, όμως, καταφθάνει ο γενναίος
πρίγκιπας Μπραβάτο και την ελευθερώνει. Η Σικίτα δεν ξέρει πώς
να δείξει τη χαρά της: αρχίζει να χορεύει στα λιβάδια
τραγουδώντας το τραγούδι που είχε φτιάξει μέσα στην παγωμένη
φυλακή της. Η γη και τα δέντρα συγκινούνται τόσο πολύ, ώστε
λιώνουν το χιόνι με τα δάκρυά τους. Χαρούμενος ο ήλιος
ανεβαίνει κι αυτός στον ουρανό, και τα δάκρυα στεγνώνουν. Τα
πουλιά μαθαίνουν το τραγούδι της Σικίτα κι αρχίζουν να
κελαηδούν. Κι όταν η όμορφη πριγκίπισσα λύνει τα μαλλιά της,
κάμποσες χρυσές μπούκλες πέφτουν στο χιόνι και γίνονται κρίνα…
Στη Σοφία άρεσε πολύ η ιστορία
που είχε φτιάξει μόνη της. Αν δεν είχε άλλη εξήγηση για την
αλλαγή των εποχών, τότε σίγουρα θα πίστευε πως το παραμύθι της
ήταν η αλήθεια.
Κατάλαβε πως οι
άνθρωποι λαχταρούσαν από πάντα μια εξήγηση για τα φυσικά
φαινόμενα. Ίσως δεν μπορούσαν καν να ζήσουν χωρίς αυτές τις
εξηγήσεις. Κι επειδή, τις αρχαίες εκείνες εποχές, δεν είχαν
ακόμα επιστήμη, έφτιαξαν τους μύθους.