Να διαβάσετε το παρακάτω απόσπασμα από το έργο του Λουίς Σεπούλβεδα (Luis Sepúlveda) Patagonia Express και να απαντήσετε στις ακόλουθες ερωτήσεις:

1. Ποια στοιχεία του κειμένου του Σεπούλβεδα θα μας επέτρεπαν να χαρακτηρίσουμε ως περιπετειώδες το ταξίδι του αφηγητή;

2. Να εντοπίσετε στο απόσπασμα του Σεπούλβεδα τις λέξεις/φράσεις/προτάσεις που δηλώνουν χρόνο και να τις καταγράψετε στο δεύτερο πλαίσιο.


Λουίς Σεπούλβεδα
Patagonia Express

Στο απόσπασμα που ακολουθεί από το αυτοβιογραφικό αφήγημα του Χιλιανού συγγραφέα Luis Sepúlveda (1949-2022), ο aφηγητής φτάνει σε ένα απόμερο χωριό της Νότιας Αμερικής, το Σελ, από όπου επιθυμεί να ταξιδέψει αεροπορικώς προς μια απομονωμένη περιοχή του Αμαζονίου. Μαζί με δύο ακόμη επιβάτες (μία γυναίκα που μεταφέρει δύο γουρουνάκια και έναν άντρα που έχει μαζί του έναν κόκορα, που θα πάρει μέρος σε κοκορομαχίες) επιβιβάζονται στο μικρό σαραβαλιασμένο αεροπλανάκι του Καπετάν Παλάσιος.

  Το αεροπλανάκι έπιασε να τρέχει στον βουρκότοπο, κι όταν το βλέμμα μου έπεσε στο ταμπλό των οργάνων, μου ρθε να πηδήξω έξω. Δεν είχα ξαναδεί πιο φτωχικό ταμπλό. Ανάμεσα σε διάφορες άδειες κόγχες και κομμένα σύρματα που, το δίχως άλλο, κάποτε θ αποτελούσαν όργανα πλοήγησης, έβλεπες να ταλαντεύεται η βελόνα του υψόμετρου και ο δείκτης των καυσίμων. Ο «ορίζοντας» ή δείκτης ευστάθειας, που έπρεπε να ναι παράλληλος προς το έδαφος, ήταν σχεδόν κάθετος.
  «Να σου πω κάτι; Ο “ορίζοντας” δε δουλεύει…» σχολίασα, προσπαθώντας να κρύψω τον πανικό μου.
  «Δεν πειράζει. Ο ουρανός είναι πάνω, κι η γη, κάτω […]» είπε ο Παλάσιος κι έκλεισε το θέμα.
  Απογειωθήκαμε. Το αεροπλανάκι σηκώθηκε εκατόν πενήντα μέτρα και σταθεροποιήθηκε ομαλά. Πετούσαμε κάτω από μια στέγη από παχιά και γκρίζα σύννεφα. Ο ζεστός αέρας των καταιγίδων πλημμύρισε την καμπίνα. Με κάποια ανακούφιση, διαπίστωσα πως η πυξίδα λειτουργούσε: είχαμε κατεύθυνση βορειοανατολικά. Σε είκοσι λεπτά, είδαμε την πράσινη, φιδίσια γραμμή ενός ποταμού.
  «Κοίτα τι όμορφος που είναι ο Ουαπούνο!» αναφώνησε ο πιλότος. «Έχουμε μπει στην Αμαζονία.»
  «Είχα την εντύπωση πως η Αμαζονία άρχιζε πολύ πιο ανατολικά» σχολίασα […]
  «Εσύ, man, δεν είσαι από τα μέρη μας;»
  «Όχι∙ είμαι Χιλιάνος.»
  «Αχά – και πάλι αχά.»
  «Τι πά να πει αυτό;»
  «Πά να πει πως, για να σαι εδώ, ή είσαι παλαβός, ή δεν μπορείς να ζήσεις στον τόπο σου. Είτε το ένα είναι, είτε το άλλο, δεν έχω πρόβλημα. Κοίτα τα φλαμίνγκο εκεί κάτω! Έχεις δει πιο ωραία πουλιά;»
  Σε όλα είχε δίκιο: και στο ότι μόνο ένας παλαβός θα μπορούσε ν ανέβει σ ένα αεροπλανάκι όπως αυτό, και στο ότι δεν μπορούσα να ζήσω στον τόπο μου, και στο ότι εκεί κάτω, σε μια λίμνη σχηματισμένη απ τις υπερχειλίσεις του Ουαπούνο, ένα πλήθος όμορφα φλαμίνγκο περίμεναν την καταιγίδα.
  Μετά από μια ώρα πτήση, διακρίναμε ένα ξέφωτο στη ζούγκλα δίπλα στη δυτική όχθη του ποταμού Νάπο, με τέσσερις-πέντε καλύβες από καλάμια και φοινικόφυλλα: η Μοντάνια. Αφού κατεβήκαμε καμιά πενηνταριά μέτρα, πιάσαμε να κάνουμε κύκλους πάνω της.
  «Μην ταράζεσαι. Το κάνω για να δώσω χρόνο στα παιδιά να ετοιμάσουν την πίστα.»
  Κάτω, κάποιοι άνθρωποι έτρεξαν ώς την όχθη, μάζεψαν κλαδιά και πέτρες, και, κουνώντας τα χέρια τους, μας έδειξαν ότι μπορούσαμε να κατεβούμε. Ο Παλάσιος απέδειξε ότι ήταν ικανός να προσγειωθεί και πάνω σε μια πετσέτα.
  Αφού αφήσαμε τη γυναίκα και τα γουρουνάκια της, κι αφού πήραμε κάμποσες παραγγελίες απ’ τους ντόπιους, ξεκινήσαμε για τη δεύτερη απογείωση. Ο Παλάσιος οδήγησε το σκάφος στην ακροποταμιά, ανέπτυξε ταχύτητα, κι απογειωθήκαμε σύρριζα στο νερό. Σε λίγα λεπτά, ακολουθούσαμε το ρεύμα του ποταμού Νάπο.
  «Ακόμα είσαι νευρικός, man;» με ρώτησε ο Παλάσιος, όλο ειρωνεία.
  «Όχι όπως στην αρχή. Πετάς πολλά χρόνια; Σ το ρωτάω, γιατί η απογείωσή σου στην όχθη ήταν υπέροχη.» […]
  «Πολλά; Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα…» απάντησε ο Καπετάν Παλάσιος.
  «Δικό σου είναι το αεροπλανάκι;»
  «Δικό μου; Ας πούμε ότι ανήκουμε ο ένας στον άλλον. Εγώ, χωρίς αυτό, δε θα ’ξερα τι να κάνω, κι αυτό, χωρίς εμένα, δε θα πήγαινε πουθενά. Κοίτα τι όμορφος που είναι ο Νάπο! Σ’ αυτό το σημείο, δυο φορές το χρόνο, πλημμυρίζει μεγάλη έκταση της ζούγκλας, και μπορείς να ψαρέψεις κάτι τεράστια γατόψαρα.»
  «Έτσι είναι» συμφώνησε ο άντρας με τον κόκορα. «Πριν λίγο καιρό, είδα να βγάζουν ένα γατόψαρο εβδομήντα κιλά.»
  «Γιατί ρωτάς για τ αεροπλανάκι; Ξέρεις από αεροπλάνα;»
  «Κάτι λίγα. Η μηχανή του ακούγεται καλά.»
  «Δε λες τίποτα, man. Έχω καλό μηχανικό. Ο μιγάς που είδες στο Σελ, είναι ο συνέταιρός μου, και δουλειά του είναι να φροντίζει ώστε να ναι όλα εντάξει. Αυτό το σκάφος ανήκε σε κάτι παπάδες που έκαναν μιαν αναγκαστική προσγείωση κοντά στο Μάκας. Προσγειώθηκαν στην κορυφή ενός δέντρου και το άφησαν εκεί. Εμείς το αγοράσαμε για παλιοσίδερα και, σε δυο βδομάδες, το κάναμε ξανά να πετάει.»
  Ο διάδρομος προσγειώσεως του Σαν Χοσε δε Παγιαμίνο ήταν ένα πλατύ ξέφωτο, ανοιγμένο με ματσέτες*. Το χρησιμοποιούσαν επίσης και για ποδοσφαιρικό γήπεδο, παζάρι και κεντρική πλατεία. Αφήσαμε εκεί τον άντρα με τον κόκορα, του ευχηθήκαμε καλή επιτυχία, ξεκουραστήκαμε και συνεχίσαμε το ταξίδι μας πετώντας πάνω από τον ποταμό Παγιαμίνο ώς εκεί όπου τα νερά του ενώνονται με τα νερά του Πούνο, κι αργότερα, πάντα με κατεύθυνση βορειοανατολικά, πετώντας πάνω από το Πουέρτο Φρανσίσκο δε Ορεγιάνα, είδαμε τον Πούνο και τον Κόκα να χύνονται στον μεγάλο ποταμό Νάπο. Τα νερά του ταξιδεύουν χίλια τρακόσια χιλιόμετρα για να θρέψουν τον μεγαλοπρεπή Αμαζόνιο.
  Στη διάρκεια της τελευταίας φάσης της πτήσης, ο αεροπόρος μού αφηγήθηκε ιστορίες απ’ τη ζωή του. Είχε δουλέψει πιλότος για την Texaco, με πολύ καλό μισθό, ώσπου μια μέρα ανακάλυψε πως δε γούσταρε τους γκρίνγκο* κι είχε ερωτευτεί την Αμαζονία.


Πηγή: Luis Sepúlveda (Λουίς Σεπούλβεδα), Patagonia Express, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 7η εκδ. Opera, Αθήνα 2009.



* ματσέτα: είδος μεγάλου μαχαιριού που χρησιμοποιείται κυρίως για το κόψιμο βλάστησης.
* γκρίνγκο: περιφρονητική ονομασία των λευκών Ευρωπαίων και Βορειοαμερικανών από τους λατινοαμερικανούς γηγενείς.


1.


2.