Στο μέρος που προηγήθηκε πληροφορηθήκαμε ότι ο μεσήλικας
πρωταγωνιστής, παίζοντας ποδόσφαιρο με μια παρέα μικρών
παιδιών, πέτυχε ένα αμφισβητούμενο γκολ. Να εικάσετε πώς
εξελίσσεται μέχρι το τέλος η ιστορία, προσπαθώντας να
απαντήσετε στις ερωτήσεις που σας δίνονται.
Και ξαφνικά, μετά μια ώρα παιχνίδι, ένοιωσε
εξαντλημένος, τσακισμένος, έτοιμος να πέσει στο έδαφος.
Τραβήχτηκε στην άμυνα, προσπαθώντας να τρέχει όσο γινόταν
λιγότερο…
Νύχτωσε σχεδόν και το ματς συνεχιζόταν. Δεν έβλεπες, πια, ποιος είχε τη μπάλα και αν ήταν αντίπαλος ή δικός, αν τα γκολ ήταν γκολ, δοκάρια, ή άουτ. Το σκορ είχε φτάσει δεκαέξι - δεκαπέντε ή κάτι τέτοιο, χάθηκε ο λογαριασμός. Κι εξάλλου δεν είχε πια καμιά σημασία.
Ακόμα κι οι πιτσιρικάδες άρχισαν να εγκαταλείπουν - ξάπλωσαν, εξαντλημένοι, στο έδαφος.
Ο «θείος» έσταζε ολόκληρος από τον ιδρώτα. Ξανάβαλε το πουκάμισο και το σακάκι του. Ήταν διαλυμένος αλλ’ ανάλαφρος. Αποχαιρέτησε τους πιτσιρικάδες συγκινημένος και πήρε την κατηφόρα προς την Κονίτσης. Καθώς απομακρυνόταν οι μπόμπιρες του φώναξαν:
― Θείο, θα ξανάρθεις αύριο;
― Θα ξανάρθω, θα ξανάρθω, απάντησε εκείνος γυρίζοντας με όλο το σώμα προς τα πίσω.
Νύχτωσε σχεδόν και το ματς συνεχιζόταν. Δεν έβλεπες, πια, ποιος είχε τη μπάλα και αν ήταν αντίπαλος ή δικός, αν τα γκολ ήταν γκολ, δοκάρια, ή άουτ. Το σκορ είχε φτάσει δεκαέξι - δεκαπέντε ή κάτι τέτοιο, χάθηκε ο λογαριασμός. Κι εξάλλου δεν είχε πια καμιά σημασία.
Ακόμα κι οι πιτσιρικάδες άρχισαν να εγκαταλείπουν - ξάπλωσαν, εξαντλημένοι, στο έδαφος.
Ο «θείος» έσταζε ολόκληρος από τον ιδρώτα. Ξανάβαλε το πουκάμισο και το σακάκι του. Ήταν διαλυμένος αλλ’ ανάλαφρος. Αποχαιρέτησε τους πιτσιρικάδες συγκινημένος και πήρε την κατηφόρα προς την Κονίτσης. Καθώς απομακρυνόταν οι μπόμπιρες του φώναξαν:
― Θείο, θα ξανάρθεις αύριο;
― Θα ξανάρθω, θα ξανάρθω, απάντησε εκείνος γυρίζοντας με όλο το σώμα προς τα πίσω.
Μόλις έστριψε στην πρώτη γωνία, έκανε μόνος
του μερικά τσαλίμια κι ένα τελικό σουτ, χωρίς μπάλα,
μιμούμενος το σουτ που έκανε πάνω από την πέτρα και που
μέτρησε σαν γκολ.
Ήξερε, βαθιά μέσα του, ότι δεν ήταν - αλλά όχι: ήταν γκολ. Γκολάρα! Κι αυτός ήταν νέος, κι ανέπνεε βαθιά, και περπατούσε περήφανα, με ανοιχτό διασκελισμό. «Ήταν γκολάρα» μουρμούρισε μόνος του, ενώ δυο - τρεις περαστικοί γύρισαν και τον είδαν παράξενα.
Ήξερε, βαθιά μέσα του, ότι δεν ήταν - αλλά όχι: ήταν γκολ. Γκολάρα! Κι αυτός ήταν νέος, κι ανέπνεε βαθιά, και περπατούσε περήφανα, με ανοιχτό διασκελισμό. «Ήταν γκολάρα» μουρμούρισε μόνος του, ενώ δυο - τρεις περαστικοί γύρισαν και τον είδαν παράξενα.
Προχώρησε παρακάτω, βγήκε καμαρωτός στην
Κονίτσης. Και ξαφνικά σταμάτησε. Δίστασε λίγο κι ύστερα
γύρισε και πήρε πάλι την ανηφόρα. Περπάτησε την ίδια
διαδρομή κι έφτασε στην αλάνα. Είχε νυχτώσει για τα καλά
κι είχε βγει ένας άγριος αέρας. Διέσχισε την έρημη, πια,
ανοιχτωσιά κι έφτασε στην αντίπαλη εστία. Στάθηκε κι
έβλεπε τη σκοτεινή πέτρα πάνω από την οποία πέρασε το σουτ
που είχε κάνει. Την μετακίνησε, με το πόδι προς τα έξω,
ανοίγοντας την εστία κατά είκοσι - τριάντα πόντους. Τώρα
το γκολ, το δικό του γκολ, ήταν απόλυτα νόμιμο. «Γκολάρα!»
μουρμούρισε και κάθησε πάνω στην πέτρα που είχε σπρώξει.
Ύστερα έβαλε το χέρι του στην μέσα τσέπη του σακακιού του,
έβγαλε το πακέτο, κι άναψε τσιγάρο. Στην πρώτη ρουφηξιά
άρχισε να βήχει, να βήχει μ’ έναν απελπισμένο βήχα μικρού
παιδιού που μπήκαν μέσα του πρόωρα οι βάσεις του θανάτου,
της ήττας, και προσπαθεί να κρατηθεί, να πιαστεί από
κάπου, και κρεμιέται από το οριζόντιο δοκάρι μιας
φανταστικής εστίας. Αρχές Νοέμβρη, με το φεγγάρι στο
Σκορπιό.
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μάτι φώσφορο κουμάντο γερό, εκδ. Ιανός, Αθήνα 1989