Δίνεται σελίδα της συλλογής του Γιάννη Ρίτσου,
Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, εκδ.
Κέδρος, γραμμένη καλλιγραφημένα, καθώς και απόσπασμα από
επιστολή του ποιητή στην οποία εξηγεί αυτήν την πρακτική του.
Να διαλέξετε έναν από τους τίτλους των ποιητικών
συλλογών που γνωρίζετε και, εργαζόμενοι/ες σε ομάδες, να
προσπαθήσετε να τον μεταγράψετε με καλλιγραφικά γράμματα.
Γιάννης Ρίτσος, Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, έκδ. Κέδρος, Αθήνα 1973
Γιάννης Ρίτσος
“Εγώ δουλεύω με μια πέτρα στο στόμα”
Ένα
γράμμα στη Χρύσα Προκοπάκη και στον Νικηφόρο Παπανδρέου, στο
Παρίσι
Ακολουθεί απόσπασμα από επιστολή του Γιάννη Ρίτσου προς τη Χρύσα Προκοπάκη και τον Νικηφόρο Παπανδρέου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η λέξη». Σε αυτήν, ανάμεσα στα άλλα, ο ποιητής εξηγεί την προσφιλή του τακτική να γράφει σε καλλιγραφημένα χειρόγραφα τα ποιήματά του και να τα στολίζει με δικά του κοσμήματα. Η επιστολή γράφτηκε την 1η Οκτωβρίου 1969 στο Καρλόβασι της Σάμου, όπου ο ποιητής ζούσε σε κατ’ οίκον περιορισμό, που του είχε επιβληθεί από το δικτατορικό καθεστώς.
Μη σας παραξενέψει που τάγραψα έτσι* και τα ομορφοστόλισα σαν τα χειρόγραφα των βυζαντινών καλόγερων. Ξέρετε πως από χρόνια πολλά το συνηθίζω – θυμηθείτε κι άλλες σειρές ποιημάτων μου γραμμένες έτσι. Κ’ οι «Ταναγραίες»* μ’ αυτό τον τρόπο είναι γραμμένες. Καταλαβαίνω μια χαρά αυτή την αφοσίωση των μοναχών στην καλή γραφή. Είναι μια μορφή θρησκευτικής κατάνυξης προς το λόγο του Θεού – σε μένα προς την ποίηση. Είναι κ’ ένα είδος προσευχής και απομάκρυνσης απ’ τα «εγκόσμια» – μια ευγενική, ταπεινή, πραϋντική ταύτιση με το «θείο». Ίσως και μια μέθοδος απόσπασης απ’ την όποια οδύνη κι απ’ τα όποια δεσμά, – μια μέθοδος λήθης και λύτρωσης. Στην περίπτωσή μου, ίσως νάναι κ’ η έκφραση της ανικανοποίητης λαχτάρας μου για τη ζωγραφική, που με κρατάει από τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι, βλέπετε, και οπτικός τύπος. Κι ακόμη κάτι: γράφω τόσες φορές το κάθε ποίημα, και σε κάθε γράψιμο το ξαναδουλεύω τόσο, που για να συνεχίσω τούτη πια την άχαρη γραφική δουλειά, θάπρεπε η ίδια ν’ αποχτήσει κάποιο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, σε σχέση με το ποίημα, αλλά και άσχετα απ’ αυτό. Κ’ ίσως κάτι άλλο: γράφοντας ένα ποίημα με τόση λεπτόλογη προσοχή, δένομαι πιότερο μαζί του, το «καταχτώ» και το «στοχάζομαι» ως το απόλυτο – το νιώθω πια τελειωμένο, σαν τυπωμένο – ολότελα δικό μου και σαν ανεξαρτοποιημένο ταυτόχρονα – ξένο, με το δικό του σώμα. Κ’ έτσι μπορώ να βάλω κάπως φρένο στην αιώνια μανία μου της επεξεργασίας, της διόρθωσης – γιατί λυπάμαι στο τέλος να χαλάσω ένα όμορφο χειρόγραφο. Κι όμως, συχνότατα, το χαλάω. Και ξαναρχίζω μιαν άλλη «καλύτερη γραφή».
Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, «Εγώ δουλεύω με μια πέτρα στο στόμα». Ένα γράμμα στη Χρύσα Προκοπάκη και στον Νικηφόρο Παπανδρέου, στο Παρίσι, περ. «Η λέξη», τεύχος 182, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004 (το απόσπασμα στις σσ. 649-650).
* που τάγραψα έτσι: Προηγουμένως ο Ρίτσος είχε αναφερθεί σε εννέα
ποιήματα από τη συλλογή «Επαναλήψεις», τα οποία επρόκειτο να
συμπεριληφθούν σε μία δίγλωσση Ανθολογία Ευρωπαίων ποιητών που
ετοιμαζόταν τότε στο Παρίσι.
* «Ταναγραίες»: Ποιήματα
γραμμένα στη Σάμο το 1967.