α) Να μελετήσετε τα παρακάτω αποσπάσματα από τα δύο πρώτα
κεφάλαια του μυθιστορήματος της Αλεξάνδρας Μητσιάλη
Να με αντέχεις.
β) Κατόπιν, να γράψετε στο ακόλουθο
πλαίσιο τρία στοιχεία που αφορούν τα ίδια γεγονότα, δοσμένα από
την οπτική γωνία τόσο της κόρης (κεφ. 1) όσο και της μητέρας
(κεφ. 2) (π.χ. και οι δύο κάνουν λόγο για το χρώμα των ρούχων).
Αλεξάνδρα Μητσιάλη
Να με αντέχεις
1
Ποτέ δεν μου αρέσουν οι προετοιμασίες για τη βραδινή
έξοδο. Κρατούν πολύ κι έχουν αμφίβολα αποτελέσματα. Πολλές φορές
είναι σαν να πρέπει να φορέσω ένα κοστούμι που μέσα του θα αρέσω
στους άλλους αλλά, όταν τελικά κοιταχτώ στον καθρέφτη, δεν θα
αρέσω στον εαυτό μου. Γι’ αυτό κάνω τα ελάχιστα. Κυρίως προσπαθώ
εδώ και ώρα να τακτοποιήσω τη φράντζα μου, που μάλλον πρέπει να
παραδεχτώ ότι δεν ήταν από την αρχή η σωστή επιλογή. Χρησιμοποιώ
μασιά και μετά πιστολάκι με βούρτσα για καλύτερα αποτελέσματα. Η
μαμά μου λέει ότι στο τέλος θα καταστρέψω τα μαλλιά μου. Κι εγώ
δεν θέλω να έχει δίκιο και φωνάζω: «Πότε έφτιαξες εσύ τη φράντζα
σου για να ξέρεις, μαμά;».
Ετοιμάζομαι να βγω. Είναι Παρασκευή βράδυ κι
έχω σε μισή ώρα ραντεβού. Κανονικά έπρεπε να βιάζομαι. Δεν είναι
ωραίο να σε περιμένουν οι φίλες σου, ειδικά όταν είσαι ύποπτη
για πιθανές καθυστερήσεις. Αλλά το μολύβι των ματιών είναι μικρό
και θέλει ξύσιμο και δεν βρίσκω το άρωμα της μαμάς που, συνήθως,
είναι μέσα στο ντουλαπάκι. Βλέπω, όμως, το βραχιόλι της που
έψαχνα. Δανείζομαι διάφορα χωρίς να ρωτάω. Έτσι και αλλιώς
εκείνη φοράει ελάχιστα και βγαίνει σπάνια για να χρειάζεται πιο
πολλά.
Βέβαια ξέρω τι θα πει πάλι
μόλις δει το μοβ κραγιόν και τα μαύρα ρούχα μου: «Το πένθος της
εφηβείας» και θα με εκνευρίσει αφάνταστα. Κι εμένα δεν μ’
αρέσουν οι χρωματικές επιλογές της, αλλά δεν κάνω σχόλια.
Σήμερα θα πάμε Υδρόγειο. Έχει ένα
live με νεανικά συγκροτήματα. Παίζουν διάφοροι γνωστοί και
φίλοι: οι Narrow minded ειδικά και ο Αλέξης ειδικότερα.
Εννοείται, ροκ μουσική στο όρθιο με συνοδεία αλκοόλ και μπόλικου
καπνού. Όμως, εγώ δεν πίνω ιδιαίτερα και δεν καπνίζω καθόλου,
γι’ αυτό σε τέτοιους χώρους δυσκολεύομαι.
Οι περισσότεροι από τους άλλους
καπνίζουν και όχι μόνο στα live. Η Ρόζα μάλιστα καπνίζει και
πίσω από το σχολείο, στη γωνιά που έχουν μετατρέψει σε
καπνιστήριο οι μεγαλύτεροι της τρίτης. Εγώ δεν θα μπορούσα ούτε
να το διανοηθώ. Να τραβάω τζούρες με το στομάχι μου κόμπο μην
περάσει ο Εγγαστρίμυθος στην εφημερία του και με πιάσει στα
πράσα. Θα κατέβαζε το κεφάλι και σαν να μου ζητούσε συγγνώμη, με
το γνωστό υποτακτικό του ύφος, θα μου έλεγε «Λυπάμαι, δεσποινίς,
αλλά ξέρετε…» και θα με πήγαινε στη Λύκαινα. Κι αυτή αντιδράει
πάντα σαν να έχεις κάνει ένα πραγματικό έγκλημα, όταν
παρουσιάζεσαι στο γραφείο της.
Και
ποιος αντέχει μετά την κατήχησή της σε μεγαφωνική σύνδεση, έτσι
που όλοι, καθηγητές και συμμαθητές, να μαθαίνουν τις
λεπτομέρειες του παραστρατήματός σου μεγεθυσμένες από τις δικές
της υπερβολές; Και ποιος αντέχει την ώρα που θα σηκώσει το
τηλέφωνο και σαν εισαγγελέας την πιο κρίσιμη στιγμή της
αγόρευσης θα τσιρίξει: «Κυρία Πετροπούλου, ξέρετε ότι σήμερα
πιάσαμε την κόρη σας να καπνίζει;».
Καημένη μαμά, όχι, δεν θα σ’ το
έκανα ποτέ αυτό το κακό: να γίνω η αιτία να σε σηκώσει η βάρβαρη
φωνή της από την ευγενική σου μετάφραση. Να σε βγάλει η
εξουσιαστική τσιρίδα της από τον κόσμο των μυθιστορημάτων που
τόσο αγαπάς.
Ούτε και τώρα θέλω να
σε φέρω σε δύσκολη θέση. Γι’ αυτό δεν θα περιμένω να βγεις από
την τουαλέτα. «Γεια σου, μανούλα» φωνάζω δυνατά «θα τα πούμε
στην επιστροφή» και κλείνω την τελευταία σου ερώτηση, «Τι ώρα θα
γυρίσεις;», πίσω από την εξώπορτα.
Καλύτερα να μη με δεις. Θα
θεωρήσεις πάλι υπερβολικό το βάψιμό μου και θα αισθανθείς
άσχημα. Θ’ ανησυχήσεις για την κόρη σου και για τις dark
προτιμήσεις της, που τελευταία πληθαίνουν. Θα φοβηθείς μην είμαι
πιο προκλητική απ’ ό,τι πρέπει και θα σκεφθείς αν δικαιολογείται
η εμπιστοσύνη σου.
Άλλωστε, αν σε
περιμένω, θα ξεπεράσω κατά πολύ το ακαδημαϊκό τέταρτο στο
ραντεβού μου.
2
Έφυγε. Θ’
αργήσει πάλι στο ραντεβού της. Μία ώρα πέρασε μπροστά στον
καθρέφτη του μπάνιου. Αυτός ο καθρέφτης έχει γίνει προέκταση του
εαυτού της. Εξέλιξη της τελευταίας χρονιάς: όλο και περισσότερη
ώρα μπροστά στον καθρέφτη, όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την
εξωτερική της εμφάνιση.
Ο βασιλιάς της αλλαγής
είναι το σεσουάρ και το πρώτο μεγάλο θύμα τα μαλλιά της. Τι θα
απομείνει σε μερικά χρόνια από τα μαλλιά της, αν τα σιδερώνει με
τόση μανία από τα δεκαεπτά; Κι αυτό το μακιγιάζ; Παχιές στρώσεις
κατάμαυρης μπογιάς συμπιέζουν τις κόρες των ματιών της σε ένα
μακρινό βάθος.
Είναι βέβαιο ότι ζω
την επέλαση της εφηβείας. Είναι σίγουρο ότι αντιμετωπίζω μια
μεταμόρφωση. Φεύγει σιγά σιγά το κουκούλι κι η κάμπια μου
μεταμορφώνεται σε μια πραγματική πεταλούδα. Αλλά οι
μεταμορφώσεις δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά όταν πρέπει να
τις παρακολουθήσεις από κοντά.
Στην ημερήσια διάταξη τα χρώματα
της μόδας. Ανορεξικά μοντέλα με παγωμένο βλέμμα σε ιλουστρασιόν
διαφημιστικά περιοδικά. Δεν τα αγοράζει, τα δανείζεται. Μα
ταιριάζει στη Μαργαρίτα αυτό το σκούρο μοβ, σχεδόν μαύρο; Την
αγριεύει και είναι κακόγουστο.
Αλλά ό,τι προέρχεται από το στόμα
μου εκπροσωπεί έναν συμβατικό κόσμο, απέναντι στον οποίο θεωρεί
καθήκον της να πολεμά. Και πριν προλάβει το βλέμμα μου να
μεταφραστεί στην αναμενόμενη μαμαδίστικη ρητορεία, αρχίζει τα
αμυντικά πυρά. […]
Κι ανάμεσα σε
όλες αυτές τις σκέψεις παρεμβάλλεται εκείνο το αναθεματισμένο
σημείο της μετάφρασης. Το σημείο που παλεύω εδώ και ώρες να βάλω
σε σωστή σειρά. Τέσσερις προτάσεις που κάνουν για δεκατέσσερις.
Κι οι λέξεις στροβιλίζονται στο μυαλό μου σε διάφορους
συνδυασμούς. Κατά βάθος όμως ξέρω ότι το μεταφραστικό μου
αισθητήριο θα με οδηγήσει να κάνω τελικά αυτό που πρέπει.
Απέναντι σ’
εκείνη, όμως, κάνω αυτό που πρέπει; Στέκομαι δίπλα της όπως
ταιριάζει σε μια μητέρα; Όταν η πόρτα του δωματίου της κλείνει
και δεν ακούγεται από μέσα τίποτα, με πιάνει πολλές φορές
πανικός. Τι κάνει ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους μόνη της; Σ’
αυτό τον μικρόκοσμο που έχει φτιάξει για τον εαυτό της. Σ’
αυτό το κρησφύγετο όπου μεγαλώνει με την εφηβεία της. Εγώ πού
είμαι; Μήπως έχει ανάγκη τη βοήθειά μου; Μήπως υπάρχουν πράγματα
που χρειάζεται να κάνω ή να της πω;
Το δωμάτιό της είναι ένας τόπος
μυστηρίου, με μια αισθητική που δεν κατανοώ: μαύρα τουλουπάνια
στερεωμένα στο ταβάνι σαν σκοτεινός ουρανός, ασπρόμαυρες αφίσες
από ταινίες που δεν έχω δει και από συγκροτήματα που τους ήχους
τους δεν καταλαβαίνω, πολλά ρούχα ακατάστατα και βιβλία σε
στοίβες ή πεταμένα από δω κι από κει.
«Άσε λίγο ανοιχτή την πόρτα σου,
Μαργαρίτα» της λέω καμιά φορά. «Γιατί, μαμά;» με ρωτάει. «Για να
νιώθω συντροφιά». «Εγώ, όμως, θέλω να μείνω μόνη μου» μου
απαντάει και την κλείνει με θόρυβο.
Συνήθως από το δωμάτιό της
ακούγεται ένα χαρχάλεμα και μετά σιωπή. Κι εγώ αναρωτιέμαι τι
κάνει, τι τακτοποιεί, αν διαβάζει, αν στέλνει μηνύματα με το
κινητό ή αν χαζεύει κοιτώντας την κουρτίνα της. Ύστερα ξαφνικά
βάζει τη μουσική στη διαπασών και την κρατάει στην ίδια ένταση
για ώρα.
Τρελαίνομαι. Η δυνατή
μουσική με ταράζει. Εκείνη, όμως, τις περισσότερες φορές δεν
μπορεί να το καταλάβει. «Θέλω να εκτονωθώ» μου λέει «αν δεν το
κάνω μέσα στο σπίτι μου, πού αλλού θα μπορώ να το κάνω; Αν δεν
με αντέχεις εσύ, τότε ποιος άλλος, μαμά;» με ρωτάει και με
καρφώνει με το βλέμμα της. Επί των τύπων των ήλων. Και υποχωρώ.
Έχει κι αυτή το δικαίωμά της. Αλλά κι εγώ; Πώς πετυχαίνει μια
κοινή συμβίωση;
Νιώθω πως δεν
αντέχω. Είναι αλήθεια ότι τελευταία η αντοχή μου εξανεμίζεται
όλο και πιο εύκολα. Σκέφτομαι: αν τα νεύρα μου ήταν
συρματόσχοινα, πόσες λέξεις κρεμασμένες πάνω τους θα μπορούσαν
ν’
αντέξουν; Γύρω μου υπάρχουν ένα σωρό λέξεις σε εκκρεμότητα,
λέξεις που περιμένουν να συνδυαστούν, να τοποθετηθούν, να
βγάλουν νόημα, να φτιάξουν ένα καινούργιο βιβλίο. Και δεν είναι
οι λέξεις τα μόνα πράγματα που κρέμονται από τα συρματόσχοινά
μου.
Γι’
αυτό επιμηκύνω τον χρόνο που μένω στην τουαλέτα διαβάζοντας και
ξαναδιαβάζοντας εφημερίδες και περιοδικά. Ασφαλισμένη πίσω από
μια πόρτα, που δεν μπορεί να ανοίξει αδιάκριτα, ηρεμώ. Εδώ μέσα
κανείς δεν μπορεί να μ’
ενοχλήσει.
Εγώ, όμως, νιώθω πολύ
συχνά τον πειρασμό να ανοίξω την πόρτα της Μαργαρίτας. Να
προελάσω έτσι απροειδοποίητα και να δω επιτέλους τι κάνει. Να δω
πώς ετοιμάζουν οι έφηβοι στρατηγοί τις μεγάλες εκστρατείες τους.
Να δω για τι είδους εκστρατείες πρόκειται τελικά.
Τα κρησφύγετα, όμως, είναι
μυστικοί τόποι κρυμμένοι από τα βλέμματα των εχθρών και των
αμύητων. Περιβάλλονται από ένα ηλεκτροφόρο πεδίο που σου
απαγορεύει να κάνεις εύκολες κινήσεις. Αυθόρμητες… Πρέπει να
χτυπάς την πόρτα. Παρορμητικές… Οι γλυκερές εκδηλώσεις αγάπης να
αποφεύγονται. Διερευνητικές… Υπάρχουν προσωπικά δεδομένα στα
οποία εσύ, μια μαμά, δεν πρόκειται ποτέ να έχεις πρόσβαση.
Τακτοποιητικές… Μέσα στο χάος βρίσκει μια χαρά τα πράγματά της.
Η εφηβεία είναι ο προστάτης άγγελος αυτής της κρεβατοκάμαρας που
εγώ δεν μπορώ καθόλου εύκολα να παραβιάσω.
Πάλι έφυγε καθυστερημένη. Την
τελευταία στιγμή θα φτάσει στο ραντεβού της. Όλα στο παρά πέντε.
Αχ, Μαργαρίτα, άραγε σε ποιον έμοιασες;
Πηγή: Αλεξάνδρα Μητσιάλη, Να με αντέχεις, εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2015.