Αφού μελετήσεις τα δύο αποσπάσματα από την αρχή και το τέλος
του διηγήματος του Μένη Κουμανταρέα «Θυμάμαι τη Μαρία», να
απαντήσεις γραπτά, στον ατομικό σου φάκελο, στις ερωτήσεις που
ακολουθούν:
1. Ομόρφυνε τη ζωή του αφηγητή η επαφή του
με το λυρικό τραγούδι; Με ποιον τρόπο;
2. Έχεις
παρακολουθήσει μέχρι σήμερα (από κοντά ή μέσω της τηλεόρασης)
όπερα ή κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την όπερα; Ποιες
ήταν οι εντυπώσεις σου;
Μένης Κουμανταρέας
Θυμάμαι τη Μαρία
Πώς με ανακαλύψατε εδώ; Ποιος σας πληροφόρησε; Ναι,
σωστά, εγώ είμαι αυτός. Μάλιστα, ήμουν γκαρσόνι τότε στο
ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρεταννίας. Όχι, λάθος, δεν επεδίωξα να
τη γνωρίσω, τυχαία έγινε, εντελώς τυχαία σας λέω. Κι ας
πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε. Για μένα είναι σαν να
’ταν χτες. Κάτι
τέτοια δεν σβήνονται με το σφουγγάρι. Τι λέτε; Αν με
παρακίνησε η φήμη της κι οι φλυαρίες του Τύπου για τα
εκατομμύρια; Όχι βέβαια, δεκαεφτά χρονώ δεν διάβαζα τα
καλλιτεχνικά των εφημερίδων. Ούτε καν εφημερίδες. Είχα έρθει
απ’ το νησί συστημένος για να δουλέψω, κι όπως κάθε Κορφιάτης
είχα μια φυσική κλίση στη μουσική. Έλεγα άριες, κι ας μην
ήξερα από πού ήταν, που όλο το νησί τις τραγουδούσε και τις
παιάνιζαν οι φιλαρμονικές στην πόλη. Μα αυτό δεν έχει σχέση με
την κυρία της σουίτας. Πώς είπατε; Όχι, δεν πήγαινα γυρεύοντας
να γνωρίσω διασημότητες. Για μένα υπάρχουν καλοί και κακοί
πελάτες. Και έχουν όλοι πάντα δίκιο. Αυτό είναι νόμος. Τώρα
που έχω δικό μου μαγαζί, μαζί με τη γυναίκα μου και τα παιδιά
μου, το έχω συνηθίσει.
Σας αρέσουν αυτοί οι μεζέδες;
Είναι δική μας κορφιάτικη σπεσιαλιτέ, τα ψάρια πιάστηκαν
σήμερα το πρωί.
Όχι, ποτέ δεν μου πέρασε η ιδέα
να γίνω τραγουδιστής της όπερας. Είχα μια καλούτσικη φωνή
τενόρου και σωστό αυτί, όπως λίγο πολύ όλοι στο νησί. Ούτε
ποτέ θέλησα να πουλήσω αυτή την ιστορία. Όχι, καθόλου δεν
αρνιέμαι όταν μου προσφέρουν κάτι. Αρκεί να ξέρω ότι δεν
θέλουν να μ’
εξαγοράσουν. Έχω κι εγώ τις αρχές μου.
Μάλιστα, ήταν Αύγουστος του
’57, ημέρα
Σάββατο, τρεις του μηνός, προπαραμονή της συναυλίας, δύο μέρες
μετά την πρώτη που δεν δόθηκε. Ήμουν υπηρεσία απογευματινός,
όταν ο μετρ με φώναξε και μου
’δωσε έναν
δίσκο. Θα τον πας στον τάδε όροφο στη σουίτα και πρόσεξε καλά,
όχι πολλές κουβέντες, κατάλαβες πού σε στέλνω, στην
πριμαντόνα. Ήξερα ότι το προσωπικό σκοτωνόταν ποιος θα
πρωτοπάει στο δωμάτιό της ―εκείνη δεν έβγαινε ποτέ―, μερικοί
για να ζητήσουν αυτόγραφο, οι πιο πολλοί για να τσεπώσουν το
πουρμπουάρ. Πιστεύω, μου είπε ο μετρ, ότι εσύ θα τα καταφέρεις
καλύτερα, ξέρεις και τη γλώσσα, κι όπως είπαμε ― στα χέρια
της. Είπα ότι δεν είχα κανέναν σκοπό να την ενοχλήσω, αν ήταν
τραγουδίστρια, ήταν δική της υπόθεση. Ο δίσκος είχε μια κανάτα
που μέσα κολυμπούσε ένα περίεργο υγρό. Αμέσως κατάλαβα ότι θα
’ταν κάτι
μαλακτικό για τον λαιμό της. Είχα ακούσει πολλά να λέγονται
γιατί δεν τραγούδησε τις προάλλες. […]
Ο αφηγητής παρακολούθησε τελικά το κοντσέρτο της Μαρίας στο
Ηρώδειο και ενθουσιάστηκε.
Από τότε διάβαζα στις εφημερίδες
κάθε λέξη που γραφόταν γι’
αυτήν. Δεν έχασα καμιά παράσταση ή περιοδεία της. Ούτε ένα
σκάνδαλο. Ούτε έναν θρίαμβο. Κι ήταν πολλοί. Κι όταν ήρθαν τα
νέα του θανάτου της, το
’77, δεν το
πίστεψα. Είπα, αδύνατο να έχει πεθάνει αυτή, η Μαρία.
Κλείστηκα σπίτι μου και δεν ήθελα να δω ψυχή, ούτε τα παιδιά
μου. Ήταν σαν να
’χε πεθάνει ένας
δικός μου άνθρωπος. Εκείνη τη στιγμή ήθελα να
’χα σπουδάσει
γιατρός και να την είχα πάρει στο νοσοκομείο μου. Είμαι
σίγουρος ότι θα την είχα γιατρέψει. Απορώ πώς την άφησαν να
πεθάνει. Μην ακούτε τη γυναίκα μου. Νομίζει ότι λέω υπερβολές.
Πιάνει τον κόσμο και τους λέει: Μπα, μια στιγμούλα είδε την
ντίβα ο Αλφρέδος μου, μια στιγμούλα που μισάνοιξε η πόρτα κι
εκείνη πήρε τον δίσκο. Όλα τ’
άλλα τα φαντάστηκε. Κι όσο για τη συναυλία, λέει, την ξέρει
απ’ την κασέτα.
Δεν πιστεύω να νομίζετε ότι ένα αγόρι στην ηλικία του, και
μάλιστα γκαρσόνι, πήγε στο Ηρώδειο. [...]
Πηγή: Μένης Κουμανταρέας, Η γυναίκα που πετάει, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2020.
Σημείωση: Η Μαρία για την οποία γίνεται λόγος στο διήγημα είναι υπαρκτό πρόσωπο (Μαρία Κάλλας) και το κοντσέρτο της πραγματοποιήθηκε την 5η Αυγούστου του 1957.