Να διαβάσετε με εκφραστική ανάγνωση στην τάξη το απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος). Στη συνέχεια, να μοιραστείτε με τους/τις συμμαθητές/τριές σας τις εντυπώσεις σας για την προσωπικότητα του ήρωα.


Νίκος Καζαντζάκης
Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος)

ΙΙΙ

  Κάθουνταν σ ένα αψηλό σκαμνί κι είχε ακουμπισμένο στον τοίχο το βαρύ κεφάλι του, σφιχτοδεμένο με το μαυρομάντιλο. Είχε καρφωμένα τα μάτια του στη χαμηλή πόρτα αντίκρα του και δε θωρούσε τίποτα, δε συλλογίζουνταν τίποτα, ασάλευτος‧ μονάχα κάπου κάπου η τανάλια του χεριού του έσφιγγε μπροστά του το γύρο του σοφρά,* και το ξύλο βαθούλωνε.
  Ακίνητος ο νους του, βαρύς, σαν τυφλό μαργωμένο* θεριό‧ μα η καρδιά του χοχλάκιζε‧ καλόβολη του χε σταθεί η ζωή, τίποτα δεν του λειπε: άντρας δυνατός ήταν, καλοπαντρεμένος, νοικοκύρης, ο κόσμος τον ψηφούσε‧ ο γιος του του μοιαζε, δε φοβόταν το λοιπόν το θάνατο‧ ευτύς ως πεθάνει, ο γιος του θα μπαινε στο ποδάρι του‧ μιαν ελιά που χε στο λαιμό, την είχε κι ο γιος του, τα φρύδια του ήταν πυκνά κι αγκαθωτά σαν τα δικά του, και τα μάτια του, σαν τα δικά του, μικρά, στρογγυλά και κατάμαυρα. Τι διάολο λοιπόν είχε η καρδιά του και μούγκριζε; Δεν μπορούσε να χαρεί, να γελάσει, να ξεστομίσει ένα χωρατό κι αυτός ή έναν καλό λόγο, να ξαλαφρώσει. Πάντα του σφιχτομανταλωμένος, ακριβομίλητος, αγέλαστος. Μια βραδιά που ρθε ο αδερφός της γυναίκας του, ο καλόκαρδος ο Μανολάκης, ο τερζής*, στο σπίτι του βεγγέρα* και κάτι είπε και γέλασε, ο καπετάν Μιχάλης μάζεψε τα φρύδια, κι ο δύστυχος ο Μανολάκης μούδιασε, κάθουνταν πια απάνω στα κάρβουνα, και σε λίγο σηκώθηκε κι έφυγε. Στράφηκε τότε ο καπετάν Μιχάλης στο γιο του:
  — Δεν ντρέπεται, είπε με καταφρόνια, δεν ντρέπεται‧ γέλασε!
  «Άμα λευτερωθεί η Κρήτη, στοχάζουνταν κάποτε, θα λευτερωθεί και μένα η καρδιά μου‧ άμα λευτερωθεί η Κρήτη, θα γελάσω.» Κι όμως, δεν πάει πολύς καιρός, είχε δει ένα ολοζώντανο όνειρο — πως λευτερώθηκε, λέει, η Κρήτη, χτυπούσαν οι καμπάνες, στρωμένοι ήταν οι δρόμοι μυρτιές και δάφνες, είχε αράξει ένα άσπρο θωρακωτό στο λιμάνι, και το βασιλόπουλο της Αθήνας πηδούσε απάνω στο μόλο, έσκυβε και φιλούσε το χώμα της Κρήτης. Και στέκουνταν, λέει, στο μόλο αυτός, ο καπετάν Μιχάλης, και κρατούσε σ έναν ασημένιο δίσκο τα κλειδιά του Μεγάλου Κάστρου, να τα παραδώσει στο βασιλόπουλο. Στέκουνταν εκεί με το δίσκο, θωρούσε, λευτερώνουνταν η Κρήτη, λευτερώνουνταν — μα η καρδιά του δεν αλάφρωνε. «Τι διάολο έχω! έγρουξε αγριεμένος‧ τι διάολος μού λείπει; Θα σκάσω!» Ανεμοκύκλησε το αίμα του, φούσκωσε το μυαλό του, τα μάτια του κοκκίνισαν. Ανέβαινε, κατέβαινε, βούλιαζε μέσα του η Κρήτη. Δεν ήταν νησί, ήταν ένα θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα‧ ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου, που θρηνούσε και καταχτυπούσε την ουρά της και φουρτούνιαζε το πέλαγο… Κι εκεί που άκουγε το θρήνο της ο καπετάν Μιχάλης, το μυαλό του μετακουνήθηκε, άλλαξε πρόσωπο η Κρήτη‧ ένας πλάτανος ρίζωσε και φούντωσε μέσα του, του τρωγε το σπλάχνο του, και στους κλώνους του καμπάνιζαν γέροι παππούδες, ξυπόλυτοι, κατάμπλαβοι*, και δάγκωναν τις γλώσσες τους, και φυσούσε άνεμος δυνατός…


Πηγή: Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1981.