Μετά τη μελέτη του παρακάτω ποιήματος της Κλαίρης Αγγελίδου, να μελετήσετε και το κείμενο του Νίκου Ορφανίδη, που έχει σχέση με την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο το 1974. Να αιτιολογήσετε, προφορικά, γιατί αποκαλούνται μάρτυρες οι αγνοούμενοι της κυπριακής τραγωδίας και πώς προτείνει ο αφηγητής να τιμηθούν.


Κλαίρη Αγγελίδου
Για τον Ανδρέα Παναγίδη

Το παρακάτω ποίημα αναφέρεται στον Ανδρέα Παναγίδη, αγωνιστή της Ε.Ο.Κ.Α., που για τη δράση του καταδικάστηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στα κελιά των μελλοθανάτων, στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας. Παραμονή του απαγχονισμού του, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1956, τον επισκέφθηκαν εκεί για τελευταία φορά οι γονείς, η γυναίκα και τα παιδιά του. Το ποίημα αφορμάται από πραγματικό περιστατικό.


Και μεσ’ την άκρα σιωπή
που στο κελλί του μελλοθάνατου
απλωνόταν,
ο λεβεντόγερος πατέρας
έσυρε το λευκό μαντήλι,
το πέρασε από το συρματόπλεγμα
κι άρχισε με το γιο του
το χορό της λεβεντιάς,
το ζεϊμπέκικο,
κρατώντας το μαντήλι.
Κι όλο εκείνοι χόρευαν
πιο γρήγορα, πιο γρήγορα,
δεν έπαιρναν ανάσα.
Και το παιδί παρέκει
το χέρι ύψωσε ψηλά
και τα μικρά του πόδια
με ρυθμό χτυπούσε,
κι όλο γελούσε, κι όλο χόρευε
κι όλο γελούσε,
χωρίς να ξέρει
πως αυτός ήταν ο τελευταίος
του πατέρα του χορός,
πριν από κείνο της αγχόνης,
πούταν χορός της λευτεριάς
πούταν χορός θυσίας.
Μέσα στην άκρα σιωπή
μόνο το τρίχρονο παιδί
του ήρωα
γελούσε.

Λευκωσία, Ιούνιος 2003


Πηγή: Κλαίρη Αγγελίδου, Χοές, έκδ. Εν τύποις, Λευκωσία 2005.



Νίκος Ορφανίδης
Ιστόρηση Μαρτύρων


  Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το κεφάλαιο «Ιστόρηση Μαρτύρων», του βιβλίου με τίτλο: Τα τοπία του ύπνου. Σε αυτό ο Κύπριος συγγραφέας και αφηγητής εξιστορεί τι συνέβη στην περιοχή της Κυθρέας στην Κύπρο το 1974, με την εισβολή του Αττίλα.

  Μόλις έφυγαν, δεν πέρασε πολύς καιρός, κι έγραψαν γι αυτούς εκείνο το παπαδιαμαντικό «Οι τρεις φτωχοί άγιοι της Κυθρέας». Σκέφτομαι, πως καθόλου δεν ήταν φτωχοί. Αυτοί ήταν τελικά οι άρχοντες, οι αγιασμένοι του Θεού, που στάθηκαν και δεν έφυγαν, ούτε ο πατέρας μου, σκέφτομαι τώρα, γύρεψε να φύγει, έμεινε στο σπίτι μας και πέρασε όσα πέρασε. Έμειναν εκεί να αγκαλιάσουν όσους ξέμειναν, τα ανυπεράσπιστα εκείνα παιδιά, που τα πήρε τα περισσότερα ύστερα ο Χάρος ή βρέθηκαν εξόριστα στην Αμάσεια, στον Πόντο. Έτσι τους πήρε ο θάνατος, έτσι τους εκτέλεσαν, αυτές τις αθώες ψυχές. Μέσα στο σπίτι τους.
  «Απήχθη μεταξύ των ερεικών και σχοίνων», γράφει ο Παπαδιαμάντης, «όπου δειλά ανθύλλια εποίκιλλον τον πράσινον της γης τάπητα‧ εκεί τον έσυραν οι Αγαρηνοί αλαλάζοντες κ’ εκεί έλουσε το αίμα του τα άνθη και τους χλωρούς κλάδους και ζέον ρείθρον εκοκκίνισε την γην, ήτις ευμενής το εδέχθη, η δε αύρα πραεία ανέλαβεν επί πτίλων την πνοή του,… κ εκεί εκοιμήθη τον ύπνον τον παραδείσιον, φτωχός αιπόλος! μιμηθείς τον Ποιμένα τον καλόν, τον τιθέντα την ψυχήν υπέρ των προβάτων.
  Κι ύστερα πώς να μη μοσχοβολά το χώμα;»
  Έτσι γράφει ο κυρ Αλέξανδρος για εκείνο τον Φτωχό άγιο, που έβαψε με το αίμα του τη γη, προσπαθώντας να σώσει τους Χριστιανούς στο παλιό εκείνο Κάστρο της Σκιάθου, που απέμεινε έρημο πια, μες τους ανέμους. Όπως, ακριβώς, κατέβηκαν ο θείος, η θεία κι η εξαδέλφη μου από το λεωφορείο της διαφυγής και σωτηρίας τους, για να βοηθήσουν τους εναπομείναντες στρατιώτες στη γειτονιά, εκεί στους ελαιώνες περιφέρονταν, να τους δώσουν ρούχα και φαγητό.
  Έτσι τους σκότωσαν οι Τούρκοι, μέσα στο σπίτι τους, έξω οι ελαιώνες και το πράσινο και τα χωράφια της Κυθρέας και τα νερά. Έτσι τους βρήκαν μετά και τους έθαψαν. Μόνο που ο τάφος τους δεν βρέθηκε ποτέ, άφαντα τα νεκρά σώματά τους. Οι ίδιοι μας βλέπουν από τον άλλο τόπο να τους ψάχνουμε ακόμα, τους ψάχνει ακόμα η ξαδέλφη μου η Μαρούλα, τι εκσκαφείς, τι και τι. Πουθενά. Πήγαινε κι ο πατέρας μου, όσο ζούσε, να βοηθήσει, τίποτα. Ανέσκαψαν όλη την αυλή, τα γύρω χωράφια, το δρόμο, τίποτα και πάλι. Κανείς δεν ξέρει. Ίσως να τους σήκωσαν αργότερα και να πήγαν τα λείψανά τους αλλού, να τα έρριξαν κι αυτά μες στα πηγάδια, να κρύψουν την αγριότητά τους. […]
  Σκέφτομαι, πως κάποτε θα ρθει κι ένας αγιογράφος, ν’ αρχίσει να ιστορεί, ν αγιογραφεί τις μορφές όλων αυτών των μαρτύρων, που τους σκότωσαν μέσα στους ελαιώνες ή μέσα στα σπίτια τους οι Τούρκοι. Θα γέμιζε ένα τέμπλο ολόφωτο, λαμπροφόρο, με τα εικονίσματα των φτωχών αυτών αγίων. Τη μορφή τους την κρατάμε μέσα από εκείνες τις μαυρόασπρες φωτογραφίες, που διασώσαμε. Σκέφτομαι, ακόμα, πως το φωτεινό αυτό τέμπλο αόρατο, βρίσκεται ήδη στον έρημο πια και καταστραμμένο ναό του Αγίου Ανδρονίκου, στην Κυθρέα, και λάμπει, απαστράπτει, με τις μορφές των μαρτύρων του 74, όλες τις νύχτες.

3-4 Ιανουαρίου 2013




Πηγή: Νίκος Ορφανίδης, «Ιστόρηση Μαρτύρων», Τα τοπία του ύπνου, εκδ. Ακτή, Λευκωσία 2016.