Μετά τη μελέτη του αποσπάσματος για τη Μαργαρίτα Περδικάρη, να
διαβάσετε και το κείμενο του Γ. Σεφέρη. Στη συνέχεια:
α) Να συγκρίνετε πώς αντιμετωπίζουν τον ακρωτηριασμό
τους οι στρατιώτες στο κείμενο του Σεφέρη και πώς αντιμετώπισε
η Μαργαρίτα Περδικάρη τα βασανιστήρια και τη θανατική της
καταδίκη.
β) Πώς νιώθεις εσύ για τους συγκεκριμένους
ήρωες; Μοιράσου τα συναισθήματά σου με τους/τις
συμμαθητές/τριές σου.
Δημήτρης Χατζής
Μαργαρίτα Περδικάρη
Ακολουθούν δύο αποσπάσματα από το διήγημα του Δημήτρη
Χατζή,
Μαργαρίτα Περδικάρη.
Πρόκειται για την αρχή και το τέλος του διηγήματος.
Όταν οι γερμανοί την τουφέκισαν, στις αρχές του καλοκαιριού
του 1944, λίγο πριν από την απελευθέρωση, η Μαργαρίτα δεν είχε
πατήσει ακόμα τα είκοσι χρόνια της. Το λιγνό κορμί της βάσταξε
μ’ απίστευτη αντοχή όλες τις κακουχίες της φυλακής, το στόμα
της έμεινε κλεισμένο σ’ όλα τα μαρτύρια που μαθεύτηκε πως της
κάνανε. Και στάθηκε μπροστά στο απόσπασμα χαμογελώντας το
πικρό χαμόγελο της οικογένειας των Περδικάρηδων. Αυτό το
τελευταίο για το χαμόγελο τόπε ο παπάς, που, με την απαραίτητη
παρουσία του στις θανατικές εκτελέσεις, επικυρώνει, στ’ όνομα
του Καίσαρος, την απόδοση της ψυχής στο Θεό. Ο ίδιος είπε πως,
όταν σήκωσαν τα ντουφέκια, η μικρή Μαργαρίτα κούνησε τα χέρι
της κ’ είπε ένα ακατανόητο καληνύχτα, μάλιστα δεν είπε
καληνύχτα, είπε ακριβώς — «καληνύχτα ντε…». Ήταν η πρώτη
γυναίκα στη δική μας πόλη που πέθαινε με τέτοιον τρόπο. […]
Την τελευταία στιγμή, μπροστά στο απόσπασμα,
γύρισε τα μάτια κατά την πόλη που τη σκέπαζε ακόμα η καταχνιά.
Ένας κόσμος από τρελλούς, υστερικούς, εκφυλισμένους και ληστές
γκρεμιζόταν, μαζί με τα σαράβαλα σπίτια τους — όλη η πολιτεία
της παρακμής που τη γέννησε. Το πικρό χαμόγελο της οικογένειας
ανέβηκε στα χείλια της κι’ έκανε με το χέρι της εκείνη την
αόριστη χειρονομία που είπε ο παπάς σα ν’ απόδιωχνε την
εικόνα: — Καληνύχτα ντε!... — Φώυαρ*!... Πίσω από τις μεγάλες
κορφές της Πίνδου ανεβαίνει ο ήλιος. Ξημερώνει σε λίγο. Ο
Νικόλας κ’ η Αγγελικούλα*, ο καινούργιος κόσμος! Σε σας
γυρίζει η τελευταία σκέψη όσο κρατάει ακόμα μέσα στ’ ανοιγμένο
κρανίο ο τελευταίος σπασμός της ζωής: — Φκιάξτε τον, έναν
καλλίτερο κόσμο!...
Πηγή: Δημήτρης Χατζής, «Μαργαρίτα Περδικάρη», Το τέλος της μικρής μας πόλης, εκδ. Πλειάς, Αθήνα 1980.
* Φώυαρ! (γερμανική λέξη): Πυρ (παράγγελμα προς τους
στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος).
*
Αγγελικούλα: Πρόκειται για τον μαθητή και τη μαθήτρια που
έκαναν τη Μαργαρίτα να επιθυμεί έναν καλύτερο κόσμο.
Γιώργος Σεφέρης
Μέρες
Ο Γιώργος Σεφέρης, ως διπλωμάτης, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στο υφυπουργείο Τύπου και σε υπηρεσίες της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης. Τις εντυπώσεις του από τα ιστορικά γεγονότα αλλά και από αξιοσημείωτα περιστατικά της ζωής του έχει καταγράψει στα ημερολόγιά του. Ακολουθεί η καταγραφή για τη Δευτέρα 24 Μαρτίου 1941. Ο ελληνικός λαός, που αποκρούει με ηρωισμό την ιταλική εισβολή από τις 28 Οκτωβρίου 1940, εξακολουθεί να αγωνίζεται με επιτυχία στο αλβανικό μέτωπο. Την ίδια στιγμή όμως οι σύμμαχοι των Ιταλών, οι Γερμανοί, κατεβαίνουν μέσω της Γιουγκοσλαβίας προς την Ελλάδα.
Δευτέρα, 24 Μάρτη
Σκοτεινή παραμονή του Ευαγγελισμού. Οι
Γιουγκοσλάβοι μοιάζουν να λυγίζουν. Τ’
απόγεμα αγγλική νότα* στο Βελιγράδι* με τόνο στερνής
προειδοποίησης. Το βράδυ, για πρώτη φορά, στη ραδιοφωνική
εκπομπή μας έκκληση στο γιουγκοσλαβικό λαό: αν παραδεχτούν τις
γερμανικές προτάσεις, μας μαχαιρώνουν στην πλάτη, τους λέμε.
Οι δρόμοι δε δείχνουν κανένα σημάδι ανησυχίας. Απεναντίας ο
κόσμος έχει ένα καλό ανοιξιάτικο κέφι.
Τώρα, στην παραμονή της
μεγάλης στροφής, συλλογίζεται κανείς το βαθύ πόνο του πολέμου
που είναι εδώ, μέσα μας, στο πλάι μας, σαν ένας αμίλητος
σύντροφος από δικό μας αίμα. Συλλογίζεται τον Κρητικό που του
’κοψαν το πόδι,
και, ξανά πάλι, του το
’κοψαν λίγο
παραπάνω, – που για να μη δείξει τον πόνο του γύρισε το κεφάλι
από το άλλο μέρος τραγουδώντας «απ’
τα κόκκαλα βγαλμένη» σαν ένα λαϊκό μοιρολόι. Συλλογίζεται τον
Πατρινό που έχασε και τα δυο του πόδια, και το
’κρυβε από τη
γυναίκα του, κι έπειτα, σαν ήρθε να τον δει στο νοσοκομείο,
της είπε: «Τώρα κλαις για δυο χαμένα ποδάρια, ενώ αλλιώς θα
’κλαιγες για τη
λευτεριά σου.» Συλλογίζεται όλο το αίμα, κι εκείνη την απλή
παλικαριά πάνω στο μέτωπο και του σφίγγεται η καρδιά. Του
σφίγγεται η καρδιά για μια στιγμή μονάχα, τώρα το βράδυ που
γυρίζει με τη σκέψη τραυματισμένη από ένα σωρό άσχημους
ανθρώπους – τόσο μόνο γιατί τίποτε δεν πάει χαμένο και όλα
αυτά τα πράγματα είναι δικά μας, μια για πάντα.
Πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Δ΄ 1 ΓΕΝΑΡΗ 1941 – 31 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 1944, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1986
* νότα: (ως όρος της διπλωματίας) έγγραφο προς τον πρεσβευτή
μιας ξένης χώρας.
* Βελιγράδι: ως πρωτεύουσα της ενιαίας
τότε Γιουγκοσλαβίας ήταν η έδρα της κυβέρνησης της χώρας.