Να μελετήσετε για πληρέστερη πληροφόρηση το κείμενο του Ι. Κονδυλάκη.


Οι ΄Αθλιοι των Αθηνών

Μέρος Δεύτερον
Κεφ. A΄
Όπου η Καρκαλού επινοεί νέον τρόπον χρηματισμού


Ο Τάσος εμπιστεύεται το μωρό στην Καρκαλού και τη Σταματίνα, οι οποίες του προτείνουν να τους αφήσει το βρέφος, υποτίθεται για να το φροντίσουν, αλλά ουσιαστικά για να κερδίσουν χρήματα από τον Τάσο για τη διατροφή και το ντύσιμο της μικρής. Ο Τάσος για αρκετό καιρό προσέφερε ό,τι συμφωνήθηκε, όμως, δε γνώριζε ότι οι δύο γυναίκες είχαν δώσει την Τασούλα στο βρεφοκομείο. Το μαθαίνει τυχαία και αρχίζει την αναζήτηση του παιδιού, όπως θα δείτε στο παρακάτω κείμενο από το έργο Οι Άθλιοι των Αθηνών.


    «Τα βλέπεις τώρα ότι έχεις λάθος;» είπεν η γυνή.
    «Όχι κυρά, σου λέω», επανέλαβεν ο Τάσος μετά μείζονος θέρμης, «δεν έχω λάθος. Είνε η Τασούλα μου, ταδερφάκι μου!» Και αφηγήθη εις την γυναίκα τι είχε συμβή. Βεβαίως η Σταματίνα το είχε δώση εις το Βρεφοκομείο και δι αυτό δεν ήθελαν να του πουν πού το έδωκαν και τον εγελούσαν.
    H νεαρά γυνή τον ήκουσε μετά συγκινήσεως και συμπαθείας. Αλλ ο Τάσος κατείχετο υπό τοιαύτης χαράς, ώστε ευχαρίστως εσυγχώρει την Καρκαλούν και την κόρη της διά την απάτην την οποίαν τού είχον κάμη. Και εξέτεινε την χείρα του διά να πιάση το παχουλόν και λευκόν χεράκι του νηπίου, αλλ εδίστασε και αμέσως απέσυρε την χείρα του, ως διά να μη ρυπάνη την αβράν εκείνην και άσπιλον αθωότητα.
    «Θέλεις να το χαϊδέψης;» του είπεν η νεαρά γυνή μετά της αυτής πάντοτε μητρικής ευμενείας.
    «Ναι», απήντησεν ο Τάσος ερυθριών, «αλλά φοβούμαι μη το λερώσω.»
    «Μη φοβάσαι, παιδί μου, δεν το λερώνεις», είπεν η γυνή υψώσασα το νήπιον και θέτουσα αυτό εις την αγκάλην του Τάσου όστις είχεν εγερθή.
    Ο μικρός λούστρος έτρεμε· και κρατών το νήπιον εις απόστασιν από τα λερωμένα ενδύματά του μετ ευλαβείας, το παρετήρει επί μακρόν άφωνος. Έπειτα εψιθύρισε:
    «Δεν με γνωρίζεις, Τασούλα μου; Δεν με θυμάσαι τη βραδυά που περάσαμε μαζύ εις την κάσσα του Κατσίμπαλη;»
    Έπειτα, μετά βραχείαν σιγήν, είπε προς την νεαράν γυναίκα:
    «Τι καθαρά που τώχεις ντυμένο κυρά Γιώργαινα! Για πες μου ταγαπάς πολύ;»
    «Ναι, παιδί μου, ταγαπώ όσο θαγαπούσα το άμοιρο το δικό μου, αν εζούσε.»
    «Ευχαριστώ, κυρά Γιώργαινα, ευχαριστώ. Αλλά ήθελα να σου πω ένα πράμμα.»
    «Τι, παιδί μου;»
    Ο Τάσος εδίσταζε.
    «Εγώ έδιδα της κυράς Σταματίνας μια σφάντζικα1 την ημέρα για τ αδερφάκι μου… Αν θέλης…»
    «Όχι, παιδί μου», έσπευσε να είπη η Γιώργαινα, ερυθριώσα ολίγον, «δεν θέλω τίποτε από σένα… Τι να μου δώσης εσύ, κακόμοιρο, ένα φτωχό παιδί;… Είμεθα κ’ εμείς φτωχοί άνθρωποι, αλλά δουλεύει ο άνδρας μου… παίρνω και εικοσιπέντε δραχμαίς από το Βρεφοκομείο…»
    «Μα για τα φορεματάκια του…»
    «Όχι, παιδί μου, έχει φορεματάκια, εκείνα που μούδωκαν από το κατάστημα… Έπειτα μούμειναν και του παιδιού μου… Νάσαι καλά, παιδί μου.»
    «Και θέλεις νάρχωμαι να το βλέπω, κυρά Γιώργαινα;»
    «Βέβαια νάρχεσαι παιδί μου, νάρχεσαι… Γιατί να μην έρχεσαι;»
    «Κι ο άνδρας σου, κυρά Γιώργαινα, τ αγαπά τ αδερφάκι μου;»
    «Όσο τ αγαπώ κ εγώ… Δεν σούπα πως τώχουμε σαν παιδί μας; Μακάρι νάχαμε τον τρόπο μας να το κρατήσουμε για πάντα!»
    Ο Τάσος με τους οφθαλμούς βουρκωμένους εισέτι παρετήρησε το νήπιον μες ς τα μάτια, και χαμηλώσας την κεφαλήν εψιθύρισε:
    «Το κακόμοιρο τ ορφανό μου, που το πέταξε ς τους πέντε δρόμους η μάννα του η κακή!...»
    «Ποιος ξέρει η κακομοίρα κι αυτή!...» είπεν η νεαρά γυνή στενάξασα.
    «Ναι, ποιος ξέρει», επανέλαβεν ο Τάσος εν συγκινήσει. Και κύψας περισσότερον την κεφαλήν ησπάσθη το νήπιον επί του μετώπου· εν τη κινήσει δ εκείνη το δάκρυ, όπερ έτρεμεν εις τας βλεφαρίδας του έπεσεν εις τας παρειάς του βρέφους γενόμενον το βάπτισμα της αδελφώσεως, όπερ συνέδεσε τα δύο εκείνα δυστυχή και αθώα όντα.


Πηγή: Ιωάννης Κονδυλάκης, Οι Άθλιοι των Αθηνών, εκδ. Γαλαξία, Αθήνα 1964

Σφάντζικα

1 σφάντζικα: παλιό νόμισμα