Να μελετήσετε για πληρέστερη πληροφόρηση το ακόλουθο κείμενο από το κεφάλαιο XII.
Παύλος Νιρβάνας
Το Αγριολούλουδο
Ο Άλκης έκανε τώρα μακρυνούς
περιπάτους στο δάσος, πότε μόνος του με τον πιστό του
σύντροφο, το Γκραφ, πότε συντροφεμμένος από την καλή του
αδερφή, τη Μίνα, που παρακολουθούσε με τις πιο γλυκές
φροντίδες την ανάρρωσή του, βαθυά ικανοποιημένη για το ωραίο
έργο της αγάπης της.
― Και να
συλλογίζωμαι, δεσποινίς Μίνα -της είπε κάποτε ο Άλκης- πως
ήρθα εγώ να σας γιατρέψω. Και γίνατε εσείς ο γιατρός μου, ο
γλυκύτερος γιατρός που γνώρισε ποτέ ένας άρρωστος στον κόσμο
αυτό. Φαντάζομαι ότι μόνο ο καλός Ιησούς γιάτρευε τους
ασθενείς, που τούφερναν τα πλήθη, με το γλυκύτατο αυτό τρόπο.
Γι’ αυτό η
σωτηρία μου, δεσποινίς Μίνα, μου φαίνεται συχνά σαν ένα ωραίο
θαύμα.
― Και όμως, γιατρεύοντάς
σας, κύριε Άλκη -του είπε η Μίνα- ένοιωθα πως γιατρεύομαι η
ίδια. Και βλέπετε πόσο καλύτερα είμαι. Δεν είναι τάχα αυτό το
δεύτερο θαύμα;
Μια φιλία στενή,
αδελφική, η σπάνια, αλλά γι’
αυτό και η πιο θαυμαστή φιλία, μεταξύ ανδρός και γυναικός,
ένωνε τους δύο νέους. […]
Η
Μαρία είχε καιρό να φανερωθή στο δάσος. Σχεδόν από την ημέρα
της τραγωδίας του Άλκη δεν είχε ξαναφανερωθή καθόλου. Η Μίνα
δεν είχε προσέξει την εξαφάνισή της. Τώρα όμως άρχισε να τη
συλλογίζεται συχνά.
― Χωρίς
άλλο, η μικρή μου φιλενάδα θα είναι άρρωστη… έλεγε συχνά.
Έπρεπε να πάτε, γιατρέ, να τη δήτε! είπε μια ημέρα στον Άλκη.
― Πιστεύετε ακόμα στη γιατρική
μου; της είπ’
εκείνος.
― Ένας καλός άνθρωπος
είναι πάντα ένας καλός γιατρός. Θάλεγα καλύτερα, ότι μόνο ένας
καλός άνθρωπος μπορεί να είναι ένας καλός γιατρός.
Ο Άλκης είχε αποφασίσει να πάρη
ένα ζώο και να πεταχθή ως το χωριό, που απείχε ως μια ώρα από
το δάσος. Την ίδια μέρα φανερώθηκε άξαφνα η Μαρία. Μα δεν
ήτανε το εύθυμο και ξένοιαστο πλάσμα του βουνού, που είχε
γνωρίσει ο Άλκης μπροστά στο θαυματουργό πηγάδι του Αγίου.
Έσερνε με κόπο τα πόδια της, το πρόσωπό της ήτανε χλωμό και τα
ωραία, μεγάλα μάτια της, χωρίς λάμψη. Στη Μίνα έκανε εντύπωση
η απίστευτη αυτή αλλαγή της μικρούλας.
― Τι έγινες, Μαρία; της φώναξε
από μακρυά. Άρρωστη ήσουνα, παιδί μου;
― Όχι, κυρία Μίνα! μουρμούρισε
θλιβερά η Μαρία. Εγώ καλά είμαι. Η μάννα μου είναι άρρωστη
βαρυά.
― Και γιατί δεν ήρθες να
ζητήσης το γιατρό μας; Δεν τον γνωρίζεις το γιατρό; ρώτησε η
Μίνα δείχνοντας τον Άλκη.
― Πώς
δεν τον γνωρίζω; είπε η μικρούλα σηκώνοντας τα μάτια της,
δακρυσμένα, μ’
ένα βλέμμα γλυκειάς ικεσίας προς τον Άλκη. Τον γνώρισα στο
μοναστήρι.
Γύρισε ύστερ’ προς
τον Γκραφ.
― Γκραφ, τι κάνεις,
Γκραφ; Με θυμάσαι εμένα;
Ο Γκραφ
κούνησε την ουρά του. Πώς μπορούσε να ξεχάση την καλή του
φιλενάδα, σε λίγες μέρες μέσα;
―
Γι’
αυτό ήρθα! ξαναείπε η Μαρία. Αν ήθελε ο κύριος γιατρός να μας
κάνη τη χάρη… έφερα και το ζώο μαζί.
― Με μεγάλη μου ευχαρίστηση,
παιδί μου! είπε ο Άλκης. Γιατί δεν ήρθες να μου το πης από την
πρώτη μέρα;
― Για να μη σου
δώσουμε βάρος, κύριε γιατρέ! μουρμούρισε δειλά η Μαρία και ένα
κύμα αίματος χύθηκε στο χλωμό πρόσωπό της. Μα τώρα βάρυνε η
μάννα μου.
― Τι έχει η μάννα
σου;
― Πουντιασμένη είναι.
― Έχει ζέστη;
― Έχει. Ψήνεται.
Σήκωσε πάλι τα μάτια της στο
γιατρό.
― Θα γίνη καλά, γιατρέ;
H αθώα ερώτηση της μικρούλας,
που περίμενε να μαντέψη από μακρυά ο γιατρός την αρρώστεια της
μητέρα της και του ζητούσε μια παρήγορη λέξη, τον συγκίνησε
βαθυά.
― Μη φοβάσαι, παιδί μου!
Θα γίνη καλά η μητέρα σου. Θα την κάνουμε καλά, πρώτα ο Θεός!
H Μαρία σήκωσε την ποδιά της και
σκούπισε δυο δάκρυα στα ωραία της μάτια, που η θλίψη τάκανε
ωραιότερα.
Σε λίγο ο Άλκης, αφού
πήρε μαζί του τη σύριγγά του και λίγες αμπούλες, ακολούθησε τη
Μαρία.
― Πού πάει ο γιατρός;
ρώτησε ο Σταλίδης, που είχε φθάσει εκείνη τη στιγμή από τον
περίπατό του.
― Πηγαίνει ως το
χωριό να ιδή τη μητέρα της Μαρίας, τον πληροφόρησε η Μίνα.
Είναι, φαίνεται, βαρυά άρρωστη, η καϋμένη.
― Ώστε αρχίζει να γίνεται και
γιατρός του χωριού ο Άλκης;
―
Τον παρακάλεσα κ’
εγώ. Όταν μπορή να κάνη κανείς το καλό. Έπειτα φαντάζομαι ότι
θα τον ωφελήση μια ενασχόληση με την επιστήμη του. Θα του
αποσπάση λιγάκι τη σκέψη του από τη θλιβερή περιπέτειά του.
Πηγή: Παύλος Νιρβάνας, Το Αγριολούλουδο, εκδ. Πατάκη, 2009