α) Αφού διαβάσετε τη συνέχεια του διηγήματος
Το αθάνατο πουλί, αποκτώντας συνολική εικόνα του
περιεχομένου, θα χαρακτηρίζατε ως αντιήρωες τα κειμενικά πρόσωπα
και γιατί; (προφορικά)
β) Να βρείτε στο κείμενο τα
παρακάτω στοιχεία, τα οποία αφορούν τον Διαμαντή, και να γράψετε
στο αριστερό πλαίσιο πού τα εντοπίζετε.
― Για πες μου, καϊμένε, να
ζήσης, μούλεγε ο Διαμαντής (τριάντα χρόνια ύστερα απ’
το μυρολόγι της μάννας), ακούς συχνά κ’
εσύ σαν κ’ εμένα
εκείνο το λάλημα; Για πες μου, γιατί ξανάρχεται;
― Δεν ξέρω, Διαμαντή.
― Ό,τι πόνεσε λοιπόν δεν πεθαίνει;
Ό,τι αδικήθηκε είν’
αθάνατο; Και δεν ήταν αρκετό να μας τιμωρήση μια φορά; Πρέπει
νάρχεται κάθε τόσο στον ύπνο μας και στον ξύπνο;
― Δεν ξέρω, Διαμαντή.
― Είναι μήνες ολάκεροι που
το ξεχνώ. Κ’
έξαφνα, εκεί που πάω να πιάσω ένα καρπό ή να πιω μια γουλιά
νερό..., τρι! τρι! τρι!, να το και τ ακούω. «Όχι», μου λέει,
«στιγμές ευτυχισμένες! Άκουσέ με!» Είν’
έτσι και σε σένα; Τότε, θα πη πως είν’
ανώτερη ανάγκη αυτό που γίνεται… Μα, για πες μου, καϊμένε, ποιος
χάλασε τη φωλιά;
― Ο Τρίκας τη χάλασε, του
απάντησα. Θυμάμαι πολύ καλά. Ήταν ο μεγαλύτερος. Και θα μας
έδερνε. Δεν ήταν δυνατό ν’
αντισταθούμε.
― Θυμάσαι πολύ
καλά, ε; Δεν το θυμάσαι; Του είπαμε κ’
οι δυο να τη λυπηθή. Μας έφτανε που εμείς ξέρομε τη φωλιά. Μα τη
χάλασε. Δε μας άκουσε. Είν’
έτσι ή δεν είναι;
―
Είναι!
― Ήταν λοιπόν
το φυσικό ν ακούη αυτός το λάλημα της μάννας τώρα κι όχι εμείς.
― Μα λες να μην τ̓
ακούη; ρώτησα.
―΄Ανθρωποι σαν τον
Τρίκα δεν ακούνε τέτοια! Είναι στην Αμερική γεμάτος δολλάρια.
Από συμπατριώτες του έμαθα πως έχει δεκατρείς μεγάλες
επιχειρήσεις! Ήταν υπάλληλος σε κάποιο Ρωμιό στο Σικάγο. Σε
λίγον καιρό κατόρθωσε να τον διώξη και να πάρη αυτός το
κατάστημα. Το έχασε. Έκαμεν άλλο. Υποδούλωσε μερικούς Ρωμιούς,
κι αφού τους εκμεταλλεύτηκε, βρέθηκε επιχειρηματίας στη
Φιλαδέλφεια. Έκαμε γουρούνια. Η δουλειά αυτή πέτυχε. Ύστερα
πέτυχαν όλες οι άλλες. Στην Ελλάδα δεν ξαναγύρισε. Εδώ κ’
είκοσι χρόνια δεν έδωκε σημείο ζωής στους δικούς του και στη
μάννα του, που ζη ακόμα σ’
ένα χωριό με την ιδέα πως θα τον ξαναϊδή. Μου λένε πως έβαλε τα
κεφάλαια να φέρη στην Ελλάδα μια μεγάλη εταιρεία για κότες…
Όταν τελείωσε τη
φράση του, τ’
αμάξι μας έβγαινε απ’
τον ελαιώνα και μπαίναμε στ’
αμπέλια, στο ίδιο μέρος που εδώ και τριάντα χρόνια μυρολογούσεν
η μάννα. Ήρθαμε δω για να κριθούμε; Όχι. Η τύχη μας έφερε. Ο
Διαμαντής ήταν δικαστής, εγώ αρχαιολόγος. Μας είχαν τοποθετήσει
στην ίδιαν επαρχία. Συναντηθήκαμε στο πλοίο, έπειτα μπήκαμε στο
ίδιο αμάξι κι ανεβαίναμε στη θλιβερή επαρχιακή πόλη που μας
περίμενε. Καθώς προχωρούσε τ’
αμάξι, έλεγε ο Διαμαντής:
― Αν αυτό που γίνεται
τώρα, γινόταν επίτηδες για να τιμωρηθούμε, θα συνέβαιναν τα
πράγματα διαφορετικά;
Και σε λίγο:
― Αν η συνάντηση των δυο μας
σε τούτο το μέρος αυτή τη στιγμή φαίνεται πράγμα τυχαίο, ποιος
θα μου αποδείξη πως είναι και τυχαίο; Μπορεί λαμπρά να περάση
για λογική πράξη! Τι εμποδίζει νάναι λογική πράξη;
― Καϊμένε Διαμαντή,
απάντησα, μη βάζεις με το νου σου ούτε κακό πράγμα, ούτε μεγάλο.
Άφησε τα πράγματα όπως είναι. Είσαι ο πρόεδρος των πρωτοδικών,
είμαι ο αρχαιολόγος της επαρχίας. Μας μετέθεσαν από κατσάβραχα
και πηγαίνουμε σε άλλα κατσάβραχα. Υπηρετήσαμε αλλού, θα
υπηρετήσωμε κ’
εδώ. Θα βλέπουμε κ’
εδώ ό,τι βλέπαμε στις άλλες επαρχίες ― τον περίπατο της Κυριακής
στην πλατεία. Για να φτάσωμε σ’
αυτήν την πόλη, μπήκαμε στο ίδιο αμάξι. Επειδή δεν υπήρχαν δυο.
Γιατί στο χειροπιαστό αυτό πράγμα ανακατεύεις την ηθική και τον
ουρανό;
― ΄Ελα, πες μου, πού
ήταν η φωλιά!
― Σώπα. Είναι
πέντε χιλιόμετρα δρόμος! Σοβαρά πιστεύεις πως εγώ μετά τριάντα
χρόνια θυμάμαι πού ήταν η φωλιά; Πρώτη φορά ξαναπερνώ το δρόμο.
― Δε θα ξαναδούμε,
λες, την καμπούρα ελιά;
― Τα σημάδια ζητάς!
Από τόσα χρόνια κ’
εδώ!
Ο αμαξάς
σταμάτησε για να ξεκουραστούν τ’
άλογα. Κατεβήκαμε και βηματίζαμε. Έβγαλεν απ’
την τσέπη του αποδείξεις των οδοιπορικών του και τις
ταξινομούσε. Έπειτα άρχισε να υπολογίζη τη δυσκολία που είχε να
βρη σπίτι στη νέα του έδρα και να μεταφέρη τη γυναίκα του και τα
ατελείωτα παιδιά του, ένα λάθος ευαισθησίας που, όσο περνά ο
καιρός, τόσο το νοιώθει. Και φαινόταν απασχολημένος με άλλα
πράγματα. Μα δεν ήταν. Το μάτι του έψαχνε γύρω για την παλιά
ιστορία. Τίποτα! Τ’
αμπέλια ήταν τα ίδια. Τα κλήματα τα ίδια. Οι ελιές, ελιές. H
λαμπρότατη αυτή πρασινάδα δεν διατηρούσε καμμιά ανάμνηση και δε
μιλούσε στους ανθρώπους παρά μόνο για την αιώνια ιστορία που
λέγεται άνθηση και μαρασμός, καλοκαίρι και χειμώνας. Ολόκληρες
μάχες στο μέρος εκείνο είχαν ξεχαστή. Ηρωικές πράξεις, στρατοί
και φυλές που χτυπηθήκανε μεταξύ τους έγιναν χώμα μαζί με τ’
άλλο χώμα, έγιναν η σιωπή που ακούγαμε οι δυο μας αυτή τη στιγμή
να χύνεται απ τ’
αμπέλια… Και, σε τέτοια λήθη, ο Διαμαντής περίμενε να ξανάβρη
την παιδική του ιστορία.
― Φταίμε κ’
εμείς οι δυο…, ξανάρχισε. Γιατί να μην τον κρατήσωμε;
― Έλα τώρα, Διαμαντή.
Είν’ αδύνατο, να
δίνωμε ακόμα λόγο για ένα ασυλλόγιστο λάθος, καϊμένε!
― Ναι, το σκέφτηκα
πολλές φορές. Γιατί δεν κρατήσαμε τον Τρίκα, όταν πήγε να τη
χαλάση;
― Μα ήταν
χεροδύναμος! Κ’
έπειτα είμαστε παιδιά. Τι ξέρουν τα παιδιά;
― Δεν είναι δικαιολογία… Όπως
έγινε το κακό, μπορούσε να γίνει το καλό. Σκέψου αν, στη θέση
αυτού του φόνου, είχαμε μιαν αγαθή πράξη να θυμηθούμε! Τι
διαφορετικό πράμα! Σε ρωτώ. Πες μου. Γιατί μια κακή πράξη κι όχι
μια καλή;
― Είσαι δικαστής και
συνήθισες να βλέπης παντού μια δίκη. Μα καλά, τόσους ανθρώπους
που καταδίκασες, είσαι βέβαιος πως τους τιμώρησες δίκαια; Και
τ’
είναι μπροστά σ αυτά η φωλιά;
― Για τη φωλιά κρίνομαι αυτή τη
στιγμή, στο μέρος τούτο, είπε ο Διαμαντής. Για τ’
άλλα έχω καιρό… Αν μου φτάση αυτή η ζωή...
Ο αμαξάς πήδησε
στη θέση του, πήρε τα γκέμια και ξεκινήσαμε πάλι. Σε λίγα λεπτά
πρόβαλε απ’
τα δέντρα ένα παρεκκλήσι. Όχι αυτός τότε, μα εγώ τον κοίταξα.
Δεν είναι το ίδιο παρεκκλήσι; Ω, πώς προβάλλουν οι μαρτυρίες! Με
κοίταξε κι αυτός. Μια από τις ελιές καμπούριαζε φοβερά… Αυτή
είναι!… H καμπούρα ελιά! Φανήκαν τα σημάδια! Περιμένουν εκεί
χρόνια! Για να κριθούμε!…
― Ακούς; είπε έξαφνα ο
Διαμαντής.
― Τι ν’
ακούσω;
― Μα δεν
ακούς;
΄Hταν το
μυρολόγι της μάννας, το ίδιο, όπως εδώ και τριάντα χρόνια, όπως
σ’ εκείνο το
σουρούπωμα, όταν το πουλί τριγύριζε στη ρημαγμένη φωλιά. Κι’
ακουγόταν καθαρά: «Τρι! τρι! τρι!»
Εσκύψαμε το κεφάλι.
Πηγή: Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Διηγήματα, βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ» Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ και ΣΙΑΣ Α.Ε.
Σημείωση: Αν κάποιο πεδίο καλύπτει κάποιο άλλο, μπορείτε να το μετακινήσετε στον χώρο.
Τίτλος:
Έκδοση:
Ημερομηνία Δημιουργίας:
Συντελεστές
Δημιουργία - Παιδαγωγική Σχεδίαση:
Τεχνική Σχεδίαση - Ανάπτυξη: